Ἴων
341 οὐκ ἔστιν · ἀνδρὸς ἀδικίαν αἰσχύνεται .
Κρέουσα
342 οὔ φησιν αὐτή , καὶ πέπονθεν ἄθλια .
Ἴων
343 τί χρῆμα δράσασ’ , εἰ θεῷ συνεζύγη ;
Κρέουσα
344 τὸν παῖδ’ ὃν ἔτεκεν ἐξέθηκε δωμάτων .
Ἴων
345 δ’ ἐκτεθεὶς παῖς ποῦ ’στιν ; εἰσορᾷ φάος ;
Κρέουσα
346 οὐκ οἶδεν οὐδείς . ταῦτα καὶ μαντεύομαι .
Ἴων
347 εἰ δ’ οὐκέτ’ ἔστι , τίνι τρόπῳ διεφθάρη ;
Κρέουσα
348 θῆράς σφε τὸν δύστηνον ἐλπίζει κτανεῖν .
Ἴων
349 ποίῳ τόδ’ ἔγνω χρωμένη τεκμηρίῳ ;
Κρέουσα
350 ἐλθοῦσ’ ἵν’ αὐτὸν ἐξέθηκ’ οὐχ ηὗρ’ ἔτι .
Ἴων
351 ἦν δὲ σταλαγμὸς ἐν στίβῳ τις αἵματος ;
Κρέουσα
352 οὔ φησι . καίτοι πόλλ’ ἐπεστράφη πέδον .
Ἴων
353 χρόνος δὲ τίς τῷ παιδὶ διαπεπραγμένῳ ;
Κρέουσα
354 σοὶ ταὐτὸν ἥβης , εἴπερ , εἶχεν ἂν μέτρον .
Ἴων
355 ἀδικεῖ νιν θεός · τεκοῦσα δ’ ἀθλία .
Κρέουσα
356 οὔκουν ἔτ’ ἄλλον γ’ ὕστερον τίκτει γόνον .
Ἴων
357 τί δ’ , εἰ λάθρα νιν Φοῖβος ἐκτρέφει λαβών ;
Κρέουσα
358 τὰ κοινὰ χαίρων οὐ δίκαια δρᾷ μόνος .
Ἴων
359 οἴμοι · προσῳδὸς τύχη τὠμῷ πάθει .
Κρέουσα
360 καὶ σέ , ξέν’ , οἶμαι μητέρ’ ἀθλίαν ποθεῖν .
Ἴων
361 καὶ μή γ’ ἐπ’ οἶκτόν μ’ ἔξαγ’ οὗ ’λελήσμεθα .