Χορός
762 τέκν’ , οὐδὲ μαστῷ σῷ προσαρμόσαι ποτέ .
Κρέουσα
ὤμοι , θάνοιμι .
Πρεσβύτης
763 θύγατερ .
Κρέουσα
τάλαιν’
764 ἐγὼ συμφορᾶς , ἔλαβον ἔπαθον ἄχος
ἀβίοτον , φίλαι . διοιχόμεσθα .
Πρεσβύτης
765 τέκνον .
Κρέουσα
αἰαῖ αἰαῖ ·
767 διανταῖος ἔτυπεν ὀδύνα με πλευμόνων
768 τῶνδ’ ἔσω .
Πρεσβύτης
769 μήπω στενάξῃς [ ... ]
Κρέουσα
ἀλλὰ πάρεισι γόοι .
Πρεσβύτης
770 πρὶν ἂν μάθωμεν [ ... ]
Κρέουσα
ἀγγελίαν τίνα μοι ;
Πρεσβύτης
771 εἰ ταὐτὰ πράσσων δεσπότης τῆς συμφορᾶς
772 κοινωνός ἐστιν , μόνη σὺ δυστυχεῖς .
Χορός
774 κείνῳ μέν , γεραιέ , παῖδα Λοξίας
775 ἔδωκεν , ἰδίᾳ δ’ εὐτυχεῖ ταύτης δίχα .
Κρέουσα
776 τόδ’ ἐπὶ τῷδε κακὸν ἄκρον ἔλακες
777 ἄχος ἐμοὶ στένειν .
Πρεσβύτης
778 πότερα δὲ φῦναι δεῖ γυναικὸς ἔκ τινος
779 τὸν παῖδ’ ὃν εἶπας , γεγῶτ’ ἐθέσπισεν ;
Χορός
780 ἤδη πεφυκότ’ ἐκτελῆ νεανίαν
781 δίδωσιν αὐτῷ Λοξίας · παρῆ δ’ ἐγώ .
Κρέουσα
782 πῶς φῄς ; ἄφατον ἄφατον ἀναύδητον
783 λόγον ἐμοὶ θροεῖς .
Πρεσβύτης
785 κἄμοιγε . πῶς δ’ χρησμὸς ἐκπεραίνεται ,
786 σαφέστερόν μοι φράζε , χὥστις ἔσθ’ παῖς .
Χορός
787 ὅτῳ ξυναντήσειεν ἐκ θεοῦ συθεὶς
788 πρώτῳ πόσις σός , παῖδ’ ἔδωκ’ αὐτῷ θεός .