Κρέουσα
789 ὀττοτοττοτοῖ · τὸν δ’ ἐμὸν ἄτεκνον ἄτεκνον ἔλακεν
790 ἄρα βίοτον ; ἐρημίᾳ δ’ ὀρφανοὺς
791 δόμους οἰκήσω .
Πρεσβύτης
792 τίς οὖν ἐχρήσθη ; τῷ συνῆψ’ ἴχνος ποδὸς
793 πόσις ταλαίνης ; πῶς δὲ ποῦ νιν εἰσιδών ;
Χορός
794 οἶσθ’ , ὦ φίλη δέσποινα , τὸν νεανίαν
795 ὃς τόνδ’ ἔσαιρε ναόν ; οὗτος ἔσθ’ ὁ παῖς .
Κρέουσα
796 ἀν’ ὑγρὸν ἀμπταίην αἰθέρα πόρσω γαίας
797 Ἑλλανίας , ἀστέρας ἑσπέρους ,
799 οἷον οἷον ἄλγος ἔπαθον , φίλαι .
Πρεσβύτης
800 ὄνομα δὲ ποῖον αὐτὸν ὀνομάζει πατήρ ;
801 οἶσθ’ , ἢ σιωπῇ τοῦτ’ ἀκύρωτον μένει ;
Χορός
802 Ἴων’ , ἐπείπερ πρῶτος ἤντησεν πατρί .
Πρεσβύτης
803 μητρὸς δ’ ὁποίας ἐστὶν —
Χορός
οὐκ ἔχω φράσαι .
804 φροῦδος δ’ — ἵν’ εἰδῇς πάντα τἀπ’ ἐμοῦ , γέρον —
805 παιδὸς προθύσων ξένια καὶ γενέθλια
806 σκηνὰς ἐς ἱερὰς τῆσδε λαθραίως πόσις ,
807 κοινὴν ξυνάψων δαῖτα παιδὶ τῷ νέῳ .