Κρέουσα
859 ψυχά , πῶς σιγάσω ;
860 πῶς δὲ σκοτίας ἀναφήνω
861 εὐνάς , αἰδοῦς δ’ ἀπολειφθῶ ;
862 τί γὰρ ἐμπόδιον κώλυμ’ ἔτι μοι ;
863 πρὸς τίν’ ἀγῶνας τιθέμεσθ’ ἀρετῆς ;
864 οὐ πόσις ἡμῶν προδότης γέγονεν ,
865 στέρομαι δ’ οἴκων , στέρομαι παίδων ,
866 φροῦδαι δ’ ἐλπίδες , ἃς διαθέσθαι
867 χρῄζουσα καλῶς οὐκ ἐδυνήθην ,
868 σιγῶσα γάμους ,
869 σιγῶσα τόκους πολυκλαύτους ;
870 ἀλλ’ οὐ τὸ Διὸς πολύαστρον ἕδος
871 καὶ τὴν ἐπ’ ἐμοῖς σκοπέλοισι θεὰν
872 λίμνης τ’ ἐνύδρου Τριτωνιάδος
873 πότνιαν ἀκτάν ,
874 οὐκέτι κρύψω λέχος , ὡς στέρνων
875 ἀπονησαμένη ῥᾴων ἔσομαι .
876 στάζουσι κόραι δακρύοισιν ἐμαί ,
877 ψυχὴ δ’ ἀλγεῖ κακοβουλευθεῖσ’
878 ἔκ τ’ ἀνθρώπων ἔκ τ’ ἀθανάτων ,
879 οὓς ἀποδείξω
880 λέκτρων προδότας ἀχαρίστους .
881 τᾶς ἑπταφθόγγου μέλπων
882 κιθάρας ἐνοπάν , ἅτ’ ἀγραύλοις
883 κέρασιν ἐν ἀψύχοις ἀχεῖ
884 μουσᾶν ὕμνους εὐαχήτους ,
885 σοὶ μομφάν , Λατοῦς παῖ ,
886 πρὸς τάνδ’ αὐγὰν αὐδάσω .
887 ἦλθές μοι χρυσῷ χαίταν
888 μαρμαίρων , εὖτ’ ἐς κόλπους
889 κρόκεα πέταλα φάρεσιν ἔδρεπον ,
890 ἀνθίζειν χρυσανταυγῆ ·
891 λευκοῖς δ’ ἐμφὺς καρποῖσιν
892 χειρῶν εἰς ἄντρου κοίτας
893 κραυγὰν μᾶτέρ μ’ αὐδῶσαν
894 θεὸς ὁμευνέτας
895 ἆγες ἀναιδείᾳ
896 Κύπριδι χάριν πράσσων .
897 τίκτω δ’ δύστανός σοι
898 κοῦρον , τὸν φρίκᾳ ματρὸς
899 εἰς εὐνὰν βάλλω τὰν σάν ,
900 ἵνα με λέχεσι μελέαν μελέοις
901 ἐζεύξω τὰν δύστανον .
902 οἴμοι μοι · καὶ νῦν ἔρρει
903 πτανοῖς ἁρπασθεὶς θοίνα
904 παῖς μοι [ ... ] καὶ σός , τλάμων ·
905 σὺ δὲ κιθάρᾳ κλάζεις
906 παιᾶνας μέλπων .
907 ὠή ,
τὸν Λατοῦς αὐδῶ { σ’ } ,
908 ὅστ’ ὀμφὰν κληροῖς
909 πρὸς χρυσέους θάκους
910 καὶ γαίας μεσσήρεις ἕδρας ,
911 εἰς οὖς αὐδὰν καρύξω ·
912 Ἰὼ κακὸς εὐνάτωρ ,
913 ὃς τῷ μὲν ἐμῷ νυμφεύτᾳ
914 χάριν οὐ προλαβὼν
915 παῖδ’ εἰς οἴκους οἰκίζεις ·
916 δ’ ἐμὸς γενέτας καὶ σός γ’ , ἀμαθής ,
917 οἰωνοῖς ἔρρει συλαθείς ,
918 σπάργανα ματέρος ἐξαλλάξας .
919 μισεῖ σ’ Δᾶλος καὶ δάφνας
920 ἔρνεα φοίνικα παρ’ ἁβροκόμαν ,
921 ἔνθα λοχεύματα σέμν’ ἐλοχεύσατο
922 Λατὼ Δίοισί σε καρποῖς .