Χορός
923 οἴμοι , μέγας θησαυρὸς ὡς ἀνοίγνυται
924 κακῶν , ἐφ’ οἷσι πᾶς ἂν ἐκβάλοι δάκρυ .
Πρεσβύτης
925 θύγατερ , οὔτοι σὸν βλέπων ἐμπίμπλαμαι
926 πρόσωπον , ἔξω δ’ ἐγενόμην γνώμης ἐμῆς .
927 κακῶν γὰρ ἄρτι κῦμ’ ὑπεξαντλῶν φρενί ,
928 πρύμνηθεν αἴρει μ’ ἄλλο σῶν λόγων ὕπο ,
929 οὓς ἐκβαλοῦσα τῶν παρεστώτων κακῶν
930 μετῆλθες ἄλλων πημάτων κακὰς ὁδούς .
931 τί φῄς ; τίνα λόγον Λοξίου κατηγορεῖς ;
932 ποῖον τεκεῖν φῂς παῖδα ; ποῦ θεῖναι πόλεως
933 θηρσὶν φίλον τύμβευμ’ ; ἄνελθέ μοι πάλιν .
Κρέουσα
934 αἰσχύνομαι μέν σ’ , γέρον , λέξω δ’ ὅμως .
Πρεσβύτης
935 ὡς συστενάζειν γ’ οἶδα γενναίως φίλοις .
Κρέουσα
936 ἄκουε τοίνυν · οἶσθα Κεκροπίας πέτρας
937 πρόσβορρον ἄντρον , ἃς Μακρὰς κικλήσκομεν ;
Πρεσβύτης
938 οἶδ’ , ἔνθα Πανὸς ἄδυτα καὶ βωμοὶ πέλας .
Κρέουσα
939 ἐνταῦθ’ ἀγῶνα δεινὸν ἠγωνίσμεθα .
Πρεσβύτης
940 τίν’ ; ὡς ἀπαντᾷ δάκρυά μοι τοῖς σοῖς λόγοις .
Κρέουσα
941 Φοίβῳ ξυνῆψ’ ἄκουσα δύστηνον γάμον .
Πρεσβύτης
942 θύγατερ , ἆρ’ ἦν ταῦθ’ γ’ ᾐσθόμην ἐγώ ;
Κρέουσα
943 οὐκ οἶδ’ · ἀληθῆ δ’ εἰ λέγεις φαίημεν ἄν .
Πρεσβύτης
944 νόσον κρυφαίαν ἡνίκ’ ἔστενες λάθρα ;
Κρέουσα
945 τότ’ ἦν νῦν σοι φανερὰ σημαίνω κακά .