Ἴων
1261 ταυρόμορφον ὄμμα Κηφισοῦ πατρός ,
1262 οἵαν ἔχιδναν τήνδ’ ἔφυσας πυρὸς
1263 δράκοντ’ ἀναβλέποντα φοινίαν φλόγα ,
1264 τόλμα πᾶσ’ ἔνεστιν , οὐδ’ ἥσσων ἔφυ
1265 Γοργοῦς σταλαγμῶν , οἷς ἔμελλέ με κτενεῖν .
1266 λάζυσθ’ , ἵν’ αὐτῆς τοὺς ἀκηράτους πλόκους
1267 κόμης καταξήνωσι Παρνασοῦ πλάκες ,
1268 ὅθεν πετραῖον ἅλμα δισκηθήσεται .
1269 ἐσθλοῦ δ’ ἔκυρσα δαίμονος , πρὶν ἐς πόλιν
1270 μολεῖν Ἀθηνῶν χὑπὸ μητρυιὰν πεσεῖν .
1271 ἐν συμμάχοις γὰρ ἀνεμετρησάμην φρένας
1272 τὰς σάς , ὅσον μοι πῆμα δυσμενής τ’ ἔφυς ·
1273 ἔσω γὰρ ἄν με περιβαλοῦσα δωμάτων
1274 ἄρδην ἂν ἐξέπεμψας εἰς Ἅιδου δόμους .
1275 ἀλλ’ οὔτε βωμὸς οὔτ’ Ἀπόλλωνος δόμος
1276 σώσει σ’ · δ’ οἶκτος σὸς ἐμοὶ κρείσσων πάρα
1277 καὶ μητρὶ τἠμῇ · καὶ γὰρ εἰ τὸ σῶμά μοι
1278 ἄπεστιν αὐτῆς , τοὔνομ’ οὐκ ἄπεστί πω .
1279 ἴδεσθε τὴν πανοῦργον , ἐκ τέχνης τέχνην
1280 οἵαν ἔπλεξε · βωμὸν ἔπτηξεν θεοῦ ,
1281 ὡς οὐ δίκην δώσουσα τῶν εἰργασμένων .
Κρέουσα
1282 ἀπεννέπω σε μὴ κατακτείνειν ἐμὲ
1283 ὑπέρ τ’ ἐμαυτῆς τοῦ θεοῦ θ’ ἵν’ ἕσταμεν .
Ἴων
1284 τί δ’ ἐστὶ Φοίβῳ σοί τε κοινὸν ἐν μέσῳ ;