Κρέουσα
1285 ἱερὸν τὸ σῶμα τῷ θεῷ δίδωμ’ ἔχειν .
Ἴων
1286 κἄπειτ’ ἔκαινες φαρμάκοις τὸν τοῦ θεοῦ ;
Κρέουσα
1287 ἀλλ’ οὐκέτ’ ἦσθα Λοξίου , πατρὸς δὲ σοῦ .
Ἴων
1288 ἀλλ’ ἐγενόμεσθα πατρός · οὐσίαν λέγω .
Κρέουσα
1289 οὐκοῦν τότ’ ἦσθα · νῦν δ’ ἐγώ , σὺ δ’ οὐκέτι .
Ἴων
1290 οὐκ εὐσεβεῖς γε · τἀμὰ δ’ εὐσεβῆ τότ’ ἦν .
Κρέουσα
1291 ἔκτεινά σ’ ὄντα πολέμιον δόμοις ἐμοῖς .
Ἴων
1292 οὔτοι σὺν ὅπλοις ἦλθον ἐς τὴν σὴν χθόνα .
Κρέουσα
1293 μάλιστα · κἀπίμπρης γ’ Ἐρεχθέως δόμους .
Ἴων
1294 ποίοισι πανοῖς πυρὸς ποίᾳ φλογί ;
Κρέουσα
1295 ἔμελλες οἰκεῖν τἄμ’ , ἐμοῦ βίᾳ λαβών .
Ἴων
1296 πατρός γε γῆν διδόντος ἣν ἐκτήσατο .
Κρέουσα
1297 τοῖς Αἰόλου δὲ πῶς μετῆν τῶν Παλλάδος ;
Ἴων
1298 ὅπλοισιν αὐτήν , οὐ λόγοις ἐρρύσατο .
Κρέουσα
1299 ἐπίκουρος οἰκήτωρ γ’ ἂν οὐκ εἴη χθονός .
Ἴων
1300 κἄπειτα τοῦ μέλλειν μ’ ἀπέκτεινες φόβῳ ;
Κρέουσα
1301 ὡς μὴ θάνοιμί γ’ , εἰ σὺ μὴ μέλλων τύχοις .
Ἴων
1302 φθονεῖς ἄπαις οὖσ’ , εἰ πατὴρ ἐξηῦρέ με .
Κρέουσα
1303 σὺ τῶν ἀτέκνων δῆτ’ ἀναρπάσεις δόμους ;
Ἴων
1304 ἡμῖν δέ γ’ ἀλλὰ πατρικῆς οὐκ ἦν μέρος ;
Κρέουσα
1305 ὅσ’ ἀσπὶς ἔγχος θ’ · ἥδε σοι παμπησία .