Μήδεια
214 Κορίνθιαι γυναῖκες , ἐξῆλθον δόμων ,
215 μή μοί τι μέμφησθ’ · οἶδα γὰρ πολλοὺς βροτῶν
216 σεμνοὺς γεγῶτας , τοὺς μὲν ὀμμάτων ἄπο ,
217 τοὺς δ’ ἐν θυραίοις · οἱ δ’ ἀφ’ ἡσύχου ποδὸς
218 δύσκλειαν ἐκτήσαντο καὶ ῥᾳθυμίαν .
219 δίκη γὰρ οὐκ ἔνεστ’ ἐν ὀφθαλμοῖς βροτῶν ,
220 ὅστις πρὶν ἀνδρὸς σπλάγχνον ἐκμαθεῖν σαφῶς
221 στυγεῖ δεδορκώς , οὐδὲν ἠδικημένος . . . .
222 χρὴ δὲ ξένον μὲν κάρτα προσχωρεῖν πόλει . . .
223 οὐδ’ ἀστὸν ᾔνεσ’ ὅστις αὐθάδης γεγὼς
224 πικρὸς πολίταις ἐστὶν ἀμαθίας ὕπο .
225 ἐμοὶ δ’ ἄελπτον πρᾶγμα προσπεσὸν τόδε
226 ψυχὴν διέφθαρκ’ · οἴχομαι δὲ καὶ βίου
227 χάριν μεθεῖσα κατθανεῖν χρῄζω , φίλαι .
228 ἐν γὰρ ἦν μοι πάντα γιγνώσκειν καλῶς ,
229 κάκιστος ἀνδρῶν ἐκβέβηχ’ οὑμὸς πόσις .
230 πάντων δ’ ὅσ’ ἔστ’ ἔμψυχα καὶ γνώμην ἔχει
231 γυναῖκές ἐσμεν ἀθλιώτατον φυτόν ·
232 ἃς πρῶτα μὲν δεῖ χρημάτων ὑπερβολῇ
233 πόσιν πρίασθαι , δεσπότην τε σώματος
234 λαβεῖν · κακοῦ γὰρ τοῦτ’ ἔτ’ ἄλγιον κακόν .
235 κἀν τῷδ’ ἀγὼν μέγιστος , κακὸν λαβεῖν
236 χρηστόν . οὐ γὰρ εὐκλεεῖς ἀπαλλαγαὶ
237 γυναιξίν , οὐδ’ οἷόν τ’ ἀνήνασθαι πόσιν .
238 ἐς καινὰ δ’ ἤθη καὶ νόμους ἀφιγμένην
239 δεῖ μάντιν εἶναι , μὴ μαθοῦσαν οἴκοθεν ,
240 ὅτῳ μάλιστα χρήσεται ξυνευνέτῃ .
241 κἂν μὲν τάδ’ ἡμῖν ἐκπονουμέναισιν εὖ
242 πόσις ξυνοικῇ μὴ βίᾳ φέρων ζυγόν ,
243 ζηλωτὸς αἰών · εἰ δὲ μή , θανεῖν χρεών .
244 ἀνὴρ δ’ , ὅταν τοῖς ἔνδον ἄχθηται ξυνών ,
245 ἔξω μολὼν ἔπαυσε καρδίαν ἄσης ·
246 [ πρὸς φίλον τιν’ πρὸς ἥλικα τραπείς · ]
247 ἡμῖν δ’ ἀνάγκη πρὸς μίαν ψυχὴν βλέπειν .
248 λέγουσι δ’ ἡμᾶς ὡς ἀκίνδυνον βίον
249 ζῶμεν κατ’ οἴκους , οἳ δὲ μάρνανται δορί ·
250 κακῶς φρονοῦντες · ὡς τρὶς ἂν παρ’ ἀσπίδα
251 στῆναι θέλοιμ’ ἂν μᾶλλον τεκεῖν ἅπαξ .
252 ἀλλ’ οὐ γὰρ αὑτὸς πρὸς σὲ κἄμ’ ἥκει λόγος ·
253 σοὶ μὲν πόλις θ’ ἥδ’ ἐστὶ καὶ πατρὸς δόμοι
254 βίου τ’ ὄνησις καὶ φίλων συνουσία ,
255 ἐγὼ δ’ ἔρημος ἄπολις οὖσ’ ὑβρίζομαι
256 πρὸς ἀνδρός , ἐκ γῆς βαρβάρου λελῃσμένη ,
257 οὐ μητέρ’ , οὐκ ἀδελφόν , οὐχὶ συγγενῆ
258 μεθορμίσασθαι τῆσδ’ ἔχουσα συμφορᾶς .
259 τοσοῦτον οὖν σου τυγχάνειν βουλήσομαι ,
260 ἤν μοι πόρος τις μηχανή τ’ ἐξευρεθῇ
261 πόσιν δίκην τῶνδ’ ἀντιτείσασθαι κακῶν ,
262 [ τὸν δόντα τ’ αὐτῷ θυγατέρ’ τ’ ἐγήματο ]
263 σιγᾶν . γυνὴ γὰρ τἄλλα μὲν φόβου πλέα
264 κακή τ’ ἐς ἀλκὴν καὶ σίδηρον εἰσορᾶν ·
265 ὅταν δ’ ἐς εὐνὴν ἠδικημένη κυρῇ ,
266 οὐκ ἔστιν ἄλλη φρὴν μιαιφονωτέρα .