Μήδεια
598 μή μοι γένοιτο λυπρὸς εὐδαίμων βίος
599 μηδ’ ὄλβος ὅστις τὴν ἐμὴν κνίζοι φρένα .
Ἰάσων
600 οἶσθ’ ὡς μέτευξαι , καὶ σοφωτέρα φανῇ ;
601 τὰ χρηστὰ μή σοι λυπρὰ φαίνεσθαι ποτέ ,
602 μηδ’ εὐτυχοῦσα δυστυχὴς εἶναι δοκεῖν .
Μήδεια
603 ὕβριζ’ , ἐπειδὴ σοὶ μὲν ἔστ’ ἀποστροφή ,
604 ἐγὼ δ’ ἔρημος τήνδε φευξοῦμαι χθόνα .
Ἰάσων
605 αὐτὴ τάδ’ εἵλου · μηδέν’ ἄλλον αἰτιῶ .
Μήδεια
606 τί δρῶσα ; μῶν γαμοῦσα καὶ προδοῦσά σε ;
Ἰάσων
607 ἀρὰς τυράννοις ἀνοσίους ἀρωμένη .
Μήδεια
608 καὶ σοῖς ἀραία γ’ οὖσα τυγχάνω δόμοις .
Ἰάσων
609 ὡς οὐ κρινοῦμαι τῶνδέ σοι τὰ πλείονα .
610 ἀλλ’ , εἴ τι βούλῃ παισὶν σαυτῆς φυγῇ
611 προσωφέλημα χρημάτων ἐμῶν λαβεῖν ,
612 λέγ’ · ὡς ἕτοιμος ἀφθόνῳ δοῦναι χερὶ
613 ξένοις τε πέμπειν σύμβολ’ , οἳ δράσουσί σ’ εὖ .
614 καὶ ταῦτα μὴ θέλουσα μωρανεῖς , γύναι ·
615 λήξασα δ’ ὀργῆς κερδανεῖς ἀμείνονα .
Μήδεια
616 οὔτ’ ἂν ξένοισι τοῖσι σοῖς χρησαίμεθ’ ἄν ,
617 οὔτ’ ἄν τι δεξαίμεσθα , μηδ’ ἡμῖν δίδου ·
618 κακοῦ γὰρ ἀνδρὸς δῶρ’ ὄνησιν οὐκ ἔχει .