Αἰγεύς
687 κἀμοί γε πάντων φίλτατος δορυξένων .
Μήδεια
688 ἀλλ’ εὐτυχοίης καὶ τύχοις ὅσων ἐρᾷς .
Αἰγεύς
689 τί γὰρ σὸν ὄμμα χρώς τε συντέτηχ’ ὅδε ;
Μήδεια
690 Αἰγεῦ , κάκιστός ἐστί μοι πάντων πόσις .
Αἰγεύς
691 τί φῄς ; σαφῶς μοι σὰς φράσον δυσθυμίας .
Μήδεια
692 ἀδικεῖ μ’ Ἰάσων οὐδὲν ἐξ ἐμοῦ παθών .
Αἰγεύς
693 τί χρῆμα δράσας ; φράζε μοι σαφέστερον .
Μήδεια
694 γυναῖκ’ ἐφ’ ἡμῖν δεσπότιν δόμων ἔχει .
Αἰγεύς
695 οὔ που τετόλμηκ’ ἔργον αἴσχιστον τόδε ;
Μήδεια
696 σάφ’ ἴσθ’ · ἄτιμοι δ’ ἐσμὲν οἱ πρὸ τοῦ φίλοι .
Αἰγεύς
697 πότερον ἐρασθεὶς σὸν ἐχθαίρων λέχος ;
Μήδεια
698 μέγαν γ’ ἔρωτα πιστὸς οὐκ ἔφυ φίλοις .
Αἰγεύς
699 ἴτω νυν , εἴπερ , ὡς λέγεις , ἐστὶν κακός .
Μήδεια
700 ἀνδρῶν τυράννων κῆδος ἠράσθη λαβεῖν .
Αἰγεύς
701 δίδωσι δ’ αὐτῷ τίς ; πέραινέ μοι λόγον .
Μήδεια
702 Κρέων , ὃς ἄρχει τῆσδε γῆς Κορινθίας .
Αἰγεύς
703 συγγνωστὰ μέν τἄρ’ ἦν σε λυπεῖσθαι , γύναι .
Μήδεια
704 ὄλωλα · καὶ πρός γ’ ἐξελαύνομαι χθονός .
Αἰγεύς
705 πρὸς τοῦ ; τόδ’ ἄλλο καινὸν αὖ λέγεις κακόν .
Μήδεια
706 Κρέων μ’ ἐλαύνει φυγάδα γῆς Κορινθίας .
Αἰγεύς
707 ἐᾷ δ’ Ἰάσων ; οὐδὲ ταῦτ’ ἐπῄνεσα .