Μήδεια
945 εἴπερ γυναικῶν ἐστι τῶν ἄλλων μία .
946 συλλήψομαι δὲ τοῦδέ σοι κἀγὼ πόνου ·
947 πέμψω γὰρ αὐτῇ δῶρ’ καλλιστεύεται
948 τῶν νῦν ἐν ἀνθρώποισιν , οἶδ’ ἐγώ , πολύ ,
949 λεπτόν τε πέπλον καὶ πλόκον χρυσήλατον
950 παῖδας φέροντας . ἀλλ’ ὅσον τάχος χρεὼν
951 κόσμον κομίζειν δεῦρο προσπόλων τινά .
952 εὐδαιμονήσει δ’ οὐχ ἕν , ἀλλὰ μυρία ,
953 ἀνδρός τ’ ἀρίστου σοῦ τυχοῦσ’ ὁμευνέτου
954 κεκτημένη τε κόσμον ὅν ποθ’ Ἥλιος
955 πατρὸς πατὴρ δίδωσιν ἐκγόνοισιν οἷς .
956 λάζυσθε φερνὰς τάσδε , παῖδες , ἐς χέρας
957 καὶ τῇ τυράννῳ μακαρίᾳ νύμφῃ δότε
958 φέροντες · οὔτοι δῶρα μεμπτὰ δέξεται .
Ἰάσων
959 τί δ’ , ματαία , τῶνδε σὰς κενοῖς χέρας ;
960 δοκεῖς σπανίζειν δῶμα βασίλειον πέπλων ,
961 δοκεῖς δὲ χρυσοῦ ; σῷζε , μὴ δίδου τάδε .
962 εἴπερ γὰρ ἡμᾶς ἀξιοῖ λόγου τινὸς
963 γυνή , προθήσει χρημάτων , σάφ’ οἶδ’ ἐγώ .