Μήδεια
1019 δράσω τάδ’ . ἀλλὰ βαῖνε δωμάτων ἔσω
1020 καὶ παισὶ πόρσυν’ οἷα χρὴ καθ’ ἡμέραν .
1021 τέκνα τέκνα , σφῷν μὲν ἔστι δὴ πόλις
1022 καὶ δῶμ’ , ἐν , λιπόντες ἀθλίαν ἐμέ ,
1023 οἰκήσετ’ αἰεὶ μητρὸς ἐστερημένοι ·
1024 ἐγὼ δ’ ἐς ἄλλην γαῖαν εἶμι δὴ φυγάς ,
1025 πρὶν σφῷν ὀνάσθαι κἀπιδεῖν εὐδαίμονας ,
1026 πρὶν λέκτρα καὶ γυναῖκα καὶ γαμηλίους
1027 εὐνὰς ἀγῆλαι λαμπάδας τ’ ἀνασχεθεῖν .
1028 δυστάλαινα τῆς ἐμῆς αὐθαδίας .
1029 ἄλλως ἄρ’ ὑμᾶς , τέκν’ , ἐξεθρεψάμην ,
1030 ἄλλως δ’ ἐμόχθουν καὶ κατεξάνθην πόνοις ,
1031 στερρὰς ἐνεγκοῦσ’ ἐν τόκοις ἀλγηδόνας .
1032 μήν ποθ’ δύστηνος εἶχον ἐλπίδας
1033 πολλὰς ἐν ὑμῖν , γηροβοσκήσειν τ’ ἐμὲ
1034 καὶ κατθανοῦσαν χερσὶν εὖ περιστελεῖν ,
1035 ζηλωτὸν ἀνθρώποισι · νῦν δ’ ὄλωλε δὴ
1036 γλυκεῖα φροντίς . σφῷν γὰρ ἐστερημένη
1037 λυπρὸν διάξω βίοτον ἀλγεινόν τ’ ἐμοί .
1038 ὑμεῖς δὲ μητέρ’ οὐκέτ’ ὄμμασιν φίλοις
1039 ὄψεσθ’ , ἐς ἄλλο σχῆμ’ ἀποστάντες βίου .
1040 φεῦ φεῦ · τί προσδέρκεσθέ μ’ ὄμμασιν , τέκνα ;
1041 τί προσγελᾶτε τὸν πανύστατον γέλων ;
1042 αἰαῖ · τί δράσω ; καρδία γὰρ οἴχεται ,
1043 γυναῖκες , ὄμμα φαιδρὸν ὡς εἶδον τέκνων .
1044 οὐκ ἂν δυναίμην · χαιρέτω βουλεύματα
1045 τὰ πρόσθεν · ἄξω παῖδας ἐκ γαίας ἐμούς .
1046 τί δεῖ με πατέρα τῶνδε τοῖς τούτων κακοῖς
1047 λυποῦσαν αὐτὴν δὶς τόσα κτᾶσθαι κακά ;
1048 οὐ δῆτ’ ἔγωγε . χαιρέτω βουλεύματα .
1049 καίτοι τί πάσχω ; βούλομαι γέλωτ’ ὀφλεῖν
1050 ἐχθροὺς μεθεῖσα τοὺς ἐμοὺς ἀζημίους ;
1051 τολμητέον τάδ’ . ἀλλὰ τῆς ἐμῆς κάκης ,
1052 τὸ καὶ προσέσθαι μαλθακοὺς λόγους φρενί .
1053 χωρεῖτε , παῖδες , ἐς δόμους . ὅτῳ δὲ μὴ
1054 θέμις παρεῖναι τοῖς ἐμοῖσι θύμασιν ,
1055 αὐτῷ μελήσει · χεῖρα δ’ οὐ διαφθερῶ .
1056 .
μὴ δῆτα , θυμέ , μὴ σύ γ’ ἐργάσῃ τάδε ·
1057 ἔασον αὐτούς , τάλαν , φεῖσαι τέκνων ·
1058 ἐκεῖ μεθ’ ἡμῶν ζῶντες εὐφρανοῦσί σε .
1059 μὰ τοὺς παρ’ Ἅιδῃ νερτέρους ἀλάστορας ,
1060 οὔτοι ποτ’ ἔσται τοῦθ’ ὅπως ἐχθροῖς ἐγὼ
1061 παῖδας παρήσω τοὺς ἐμοὺς καθυβρίσαι .
1062 [ πάντως σφ’ ἀνάγκη κατθανεῖν · ἐπεὶ δὲ χρή , ]
1063 [ ἡμεῖς κτενοῦμεν οἵπερ ἐξεφύσαμεν . ]
1064 πάντως πέπρακται ταῦτα κοὐκ ἐκφεύξεται .
1065 καὶ δὴ ’πὶ κρατὶ στέφανος , ἐν πέπλοισι δὲ
1066 νύμφη τύραννος ὄλλυται , σάφ’ οἶδ’ ἐγώ .
1067 ἀλλ’ , εἶμι γὰρ δὴ τλημονεστάτην ὁδόν ,
1068 καὶ τούσδε πέμψω τλημονεστέραν ἔτι ,
1069 παῖδας προσειπεῖν βούλομαι . δότ’ , τέκνα ,
1070 δότ’ ἀσπάσασθαι μητρὶ δεξιὰν χέρα .
1071 φιλτάτη χείρ , φίλτατον δέ μοι στόμα
1072 καὶ σχῆμα καὶ πρόσωπον εὐγενὲς τέκνων ,
1073 εὐδαιμονοῖτον , ἀλλ’ ἐκεῖ · τὰ δ’ ἐνθάδε
1074 πατὴρ ἀφείλετ’ . γλυκεῖα προσβολή ,
1075 μαλθακὸς χρὼς πνεῦμά θ’ ἥδιστον τέκνων .
1076 χωρεῖτε χωρεῖτ’ · οὐκέτ’ εἰμὶ προσβλέπειν
1077 οἵα τε { πρὸς ὑμᾶς } , ἀλλὰ νικῶμαι κακοῖς .
1078 καὶ μανθάνω μὲν οἷα δρᾶν μέλλω κακά ,
1079 θυμὸς δὲ κρείσσων τῶν ἐμῶν βουλευμάτων ,
1080 ὅσπερ μεγίστων αἴτιος κακῶν βροτοῖς .