Χορός
1231 ἔοιχ’ δαίμων πολλὰ τῇδ’ ἐν ἡμέρᾳ
1232 κακὰ ξυνάπτειν ἐνδίκως Ἰάσονι .
1233 τλῆμον , ὥς σου συμφορὰς οἰκτίρομεν ,
1234 κόρη Κρέοντος , ἥτις εἰς Ἅιδου δόμους
1235 οἴχῃ γάμων ἕκατι τῶν Ἰάσονος .
Μήδεια
1236 φίλαι , δέδοκται τοὔργον ὡς τάχιστά μοι
1237 παῖδας κτανούσῃ τῆσδ’ ἀφορμᾶσθαι χθονός ,
1238 καὶ μὴ σχολὴν ἄγουσαν ἐκδοῦναι τέκνα
1239 ἄλλῃ φονεῦσαι δυσμενεστέρᾳ χερί .
1240 πάντως σφ’ ἀνάγκη κατθανεῖν · ἐπεὶ δὲ χρή ,
1241 ἡμεῖς κτενοῦμεν , οἵπερ ἐξεφύσαμεν .
1242 ἀλλ’ εἶ’ ὁπλίζου , καρδία . τί μέλλομεν
1243 τὰ δεινὰ κἀναγκαῖα μὴ πράσσειν κακά ;
1244 ἄγ’ , τάλαινα χεὶρ ἐμή , λαβὲ ξίφος ,
1245 λάβ’ , ἕρπε πρὸς βαλβῖδα λυπηρὰν βίου ,
1246 καὶ μὴ κακισθῇς μηδ’ ἀναμνησθῇς τέκνων ,
1247 ὡς φίλταθ’ , ὡς ἔτικτες · ἀλλὰ τήνδε γε
1248 λαθοῦ βραχεῖαν ἡμέραν παίδων σέθεν ,
1249 κἄπειτα θρήνει · καὶ γὰρ εἰ κτενεῖς σφ’ , ὅμως
1250 φίλοι γ’ ἔφυσαν δυστυχὴς δ’ ἐγὼ γυνή .