Μήδεια
1351 μακρὰν ἂν ἐξέτεινα τοῖσδ’ ἐναντίον
1352 λόγοισιν , εἰ μὴ Ζεὺς πατὴρ ἠπίστατο
1353 οἷ’ ἐξ ἐμοῦ πέπονθας οἷά τ’ εἰργάσω ·
1354 σὺ δ’ οὐκ ἔμελλες τἄμ’ ἀτιμάσας λέχη
1355 τερπνὸν διάξειν βίοτον ἐγγελῶν ἐμοί ·
1356 οὐδ’ τύραννος , οὐδ’ σοὶ προσθεὶς γάμους
1357 Κρέων ἀνατεὶ τῆσδέ μ’ ἐκβαλεῖν χθονός .
1358 πρὸς ταῦτα καὶ λέαιναν , εἰ βούλῃ , κάλει
1359 καὶ Σκύλλαν Τυρσηνὸν { ᾤκησεν πέδον · }
1360 τῆς σῆς γὰρ ὡς χρὴ καρδίας ἀνθηψάμην .
Ἰάσων
1361 καὐτή γε λυπῇ καὶ κακῶν κοινωνὸς εἶ .
Μήδεια
1362 σάφ’ ἴσθι · λύει δ’ ἄλγος , ἢν σὺ μὴ ’γγελᾷς .
Ἰάσων
1363 τέκνα , μητρὸς ὡς κακῆς ἐκύρσατε .
Μήδεια
1364 παῖδες , ὡς ὤλεσθε πατρῴᾳ νόσῳ .
Ἰάσων
1365 οὔτοι νυν ἡμὴ δεξιά σφ’ ἀπώλεσεν .
Μήδεια
1366 ἀλλ’ ὕβρις , οἵ τε σοὶ νεοδμῆτες γάμοι .
Ἰάσων
1367 λέχους σφε κἠξίωσας οὕνεκα κτανεῖν .
Μήδεια
1368 σμικρὸν γυναικὶ πῆμα τοῦτ’ εἶναι δοκεῖς ;
Ἰάσων
1369 ἥτις γε σώφρων · σοὶ δὲ πάντ’ ἐστὶν κακά .
Μήδεια
1370 οἵδ’ οὐκέτ’ εἰσί · τοῦτο γάρ σε δήξεται .
Ἰάσων
1371 οἵδ’ εἰσίν , οἴμοι , σῷ κάρᾳ μιάστορες .
Μήδεια
1372 ἴσασιν ὅστις ἦρξε πημονῆς θεοί .