Ὀρέστης
219 λαβοῦ λαβοῦ δῆτ’ , ἐκ δ’ ὄμορξον ἀθλίου
220 στόματος ἀφρώδη πέλανον ὀμμάτων τ’ ἐμῶν .
Ἠλέκτρα
221 ἰδού · τὸ δούλευμ’ ἡδύ , κοὐκ ἀναίνομαι
222 ἀδέλφ’ ἀδελφῇ χειρὶ θεραπεύειν μέλη .
Ὀρέστης
223 ὑπόβαλε πλευροῖς πλευρά , καὐχμώδη κόμην
224 ἄφελε προσώπου · λεπτὰ γὰρ λεύσσω κόραις .
Ἠλέκτρα
225 βοστρύχων πινῶδες ἄθλιον κάρα ,
226 ὡς ἠγρίωσαι διὰ μακρᾶς ἀλουσίας .
Ὀρέστης
227 κλῖνόν μ’ ἐς εὐνὴν αὖθις · ὅταν ἀνῇ νόσος
228 μανίας , ἄναρθρός εἰμι κἀσθενῶ μέλη .
Ἠλέκτρα
229 ἰδού . φίλον τοι τῷ νοσοῦντι δέμνιον ,
230 ἀνιαρὸν ὂν τὸ κτῆμ’ , ἀναγκαῖον δ’ ὅμως .
Ὀρέστης
231 αὖθίς μ’ ἐς ὀρθὸν στῆσον , ἀνακύκλει δέμας ·
232 δυσάρεστον οἱ νοσοῦντες ἀπορίας ὕπο .
Ἠλέκτρα
233 κἀπὶ γαίας ἁρμόσαι πόδας θέλεις ,
234 χρόνιον ἴχνος θείς ; μεταβολὴ πάντων γλυκύ .
Ὀρέστης
235 μάλιστα · δόξαν γὰρ τόδ’ ὑγιείας ἔχει .
236 κρεῖσσον δὲ τὸ δοκεῖν , κἂν ἀληθείας ἀπῇ .
Ἠλέκτρα
237 ἄκουε δὴ νῦν , κασίγνητον κάρα ,
238 ἕως ἐῶσιν εὖ φρονεῖν Ἐρινύες .
Ὀρέστης
239 λέξεις τι καινόν · κεἰ μὲν εὖ , χάριν φέρεις ·
240 εἰ δ’ ἐς βλάβην τιν’ , ἅλις ἔχω τὸ δυστυχεῖν .