Ἠλέκτρα
241 Μενέλαος ἥκει , σοῦ κασίγνητος πατρός ,
242 ἐν Ναυπλίᾳ δὲ σέλμαθ’ ὥρμισται νεῶν .
Ὀρέστης
243 πῶς εἶπας ; ἥκει φῶς ἐμοῖς καὶ σοῖς κακοῖς
244 ἀνὴρ ὁμογενὴς καὶ χάριτας ἔχων πατρός ;
Ἠλέκτρα
245 ἥκει τὸ πιστὸν τόδε λόγων ἐμῶν δέχου
246 Ἑλένην ἀγόμενος Τρωικῶν ἐκ τειχέων .
Ὀρέστης
247 εἰ μόνος ἐσώθη , μᾶλλον ἂν ζηλωτὸς ἦν ·
248 εἰ δ’ ἄλοχον ἄγεται , κακὸν ἔχων ἥκει μέγα .
Ἠλέκτρα
249 ἐπίσημον ἔτεκε Τυνδάρεως ἐς τὸν ψόγον
250 γένος θυγατέρων δυσκλεές τ’ ἀν’ Ἑλλάδα .
Ὀρέστης
251 σύ νυν διάφερε τῶν κακῶν · ἔξεστι γάρ ·
252 καὶ μὴ μόνον λέγ’ , ἀλλὰ καὶ φρόνει τάδε .
Ἠλέκτρα
253 οἴμοι , κασίγνητ’ , ὄμμα σὸν ταράσσεται ,
254 ταχὺς δὲ μετέθου λύσσαν , ἄρτι σωφρονῶν .
Ὀρέστης
255 μῆτερ , ἱκετεύω σε , μὴ ’πίσειέ μοι
256 τὰς αἱματωποὺς καὶ δρακοντώδεις κόρας .
257 αὗται γὰρ αὗται πλησίον θρῴσκουσί μου .
Ἠλέκτρα
258 μέν’ , ταλαίπωρ’ , ἀτρέμα σοῖς ἐν δεμνίοις ·
259 ὁρᾷς γὰρ οὐδὲν ὧν δοκεῖς σάφ’ εἰδέναι .
Ὀρέστης
260 Φοῖβ’ , ἀποκτενοῦσί μ’ αἱ κυνώπιδες
261 γοργῶπες , ἐνέρων ἱέρεαι , δειναὶ θεαί .