Ὀρέστης
380 ὅδ’ εἴμ’ Ὀρέστης , Μενέλεως , ὃν ἱστορεῖς .
381 ἑκὼν ἐγώ σοι τἀμὰ μηνύσω κακά .
382 τῶν σῶν δὲ γονάτων πρωτόλεια θιγγάνω
383 ἱκέτης , ἀφύλλου στόματος ἐξάπτων λιτάς ·
384 σῷσόν μ’ · ἀφῖξαι δ’ αὐτὸς ἐς καιρὸν κακῶν .
Μενέλαος
385 ὦ θεοί , τί λεύσσω ; τίνα δέδορκα νερτέρων ;
Ὀρέστης
386 εὖ γ’ εἶπας · οὐ γὰρ ζῶ κακοῖς , φάος δ’ ὁρῶ .
Μενέλαος
387 ὡς ἠγρίωσαι πλόκαμον αὐχμηρόν , τάλας .
Ὀρέστης
388 οὐχ ἡ πρόσοψίς μ’ , ἀλλὰ τἄργ’ αἰκίζεται .
Μενέλαος
389 δεινὸν δὲ λεύσσεις ὀμμάτων ξηραῖς κόραις .
Ὀρέστης
390 τὸ σῶμα φροῦδον · τὸ δ’ ὄνομ’ οὐ λέλοιπέ μοι .
Μενέλαος
391 ὦ παρὰ λόγον μοι σὴ φανεῖσ’ ἀμορφία .
Ὀρέστης
392 ὅδ’ εἰμὶ μητρὸς τῆς ταλαιπώρου φονεύς .
Μενέλαος
393 ἤκουσα , φείδου δ’ · ὀλιγάκις λέγειν κακά .
Ὀρέστης
394 φειδόμεθ’ · ὁ δαίμων δ’ ἐς ἐμὲ πλούσιος κακῶν .
Μενέλαος
395 τί χρῆμα πάσχεις ; τίς σ’ ἀπόλλυσιν νόσος ;
Ὀρέστης
396 ἡ σύνεσις , ὅτι σύνοιδα δείν’ εἰργασμένος .
Μενέλαος
397 πῶς φῄς ; σοφόν τοι τὸ σαφές , οὐ τὸ μὴ σαφές .
Ὀρέστης
398 λύπη μάλιστά γ’ ἡ διαφθείρουσά με —
Μενέλαος
399 δεινὴ γὰρ ἡ θεός , ἀλλ’ ὅμως ἰάσιμος .