Ὀρέστης
400 μανίαι τε , μητρὸς αἵματος τιμωρίαι .
Μενέλαος
401 ἤρξω δὲ λύσσης πότε ; τίς ἡμέρα τότ’ ἦν ;
Ὀρέστης
402 ἐν τάλαιναν μητέρ’ ἐξώγκουν τάφῳ .
Μενέλαος
403 πότερα κατ’ οἴκους προσεδρεύων πυρᾷ ;
Ὀρέστης
404 νυκτὸς φυλάσσων ὀστέων ἀναίρεσιν .
Μενέλαος
405 παρῆν τις ἄλλος , ὃς σὸν ὤρθευεν δέμας ;
Ὀρέστης
406 Πυλάδης , συνδρῶν αἷμα καὶ μητρὸς φόνον .
Μενέλαος
407 ἐκ φασμάτων δὲ τάδε νοσεῖς · ποίων ὕπο ;
Ὀρέστης
408 ἔδοξ’ ἰδεῖν τρεῖς νυκτὶ προσφερεῖς κόρας .
Μενέλαος
409 οἶδ’ ἃς ἔλεξας , ὀνομάσαι δ’ οὐ βούλομαι .
Ὀρέστης
410 σεμναὶ γάρ · εὐπαίδευτα δ’ ἀπετρέπου λέγειν .
Μενέλαος
411 αὗταί σε βακχεύουσι συγγενῆ φόνον ;
Ὀρέστης
412 οἴμοι διωγμῶν , οἷς ἐλαύνομαι τάλας .
Μενέλαος
413 οὐ δεινὰ πάσχειν δεινὰ τοὺς εἰργασμένους .
Ὀρέστης
414 ἀλλ’ ἔστιν ἡμῖν ἀναφορὰ τῆς συμφορᾶς .
Μενέλαος
415 μὴ θάνατον εἴπῃς · τοῦτο μὲν γὰρ οὐ σοφόν .
Ὀρέστης
416 Φοῖβος , κελεύσας μητρὸς ἐκπρᾶξαι φόνον .
Μενέλαος
417 ἀμαθέστερός γ’ ὢν τοῦ καλοῦ καὶ τῆς δίκης .
Ὀρέστης
418 δουλεύομεν θεοῖς , τι ποτ’ εἰσὶν οἱ θεοί .
Μενέλαος
419 κᾆτ’ οὐκ ἀμύνει Λοξίας τοῖς σοῖς κακοῖς ;
Ὀρέστης
420 μέλλει · τὸ θεῖον δ’ ἐστὶ τοιοῦτον φύσει .
Μενέλαος
421 πόσον χρόνον δὲ μητρὸς οἴχονται πνοαί ;