Ὀρέστης
459 ἀπωλόμην , Μενέλαε · Τυνδάρεως ὅδε
460 στείχει πρὸς ἡμᾶς , οὗ μάλιστ’ αἰδώς μ’ ἔχει
461 ἐς ὄμματ’ ἐλθεῖν τοῖσιν ἐξειργασμένοις .
462 καὶ γάρ μ’ ἔθρεψε σμικρὸν ὄντα , πολλὰ δὲ
463 φιλήματ’ ἐξέπλησε , τὸν Ἀγαμέμνονος
464 παῖδ’ ἀγκάλαισι περιφέρων , Λήδα θ’ ἅμα ,
465 τιμῶντέ μ’ οὐδὲν ἧσσον Διοσκόρω ·
466 οἷς , τάλαινα καρδία ψυχή τ’ ἐμή ,
467 ἀπέδωκ’ ἀμοιβὰς οὐ καλάς . τίνα σκότον
468 λάβω προσώπῳ ; ποῖον ἐπίπροσθεν νέφος
469 θῶμαι , γέροντος ὀμμάτων φεύγων κόρας ;
Τυνδάρεως
470 ποῦ ποῦ θυγατρὸς τῆς ἐμῆς ἴδω πόσιν ,
471 Μενέλαον ; ἐπὶ γὰρ τῷ Κλυταιμήστρας τάφῳ
472 χοὰς χεόμενος ἔκλυον ὡς ἐς Ναυπλίαν
473 ἥκοι σὺν ἀλόχῳ πολυετὴς σεσῳσμένος .
474 ἄγετέ με · πρὸς γὰρ δεξιὰν αὐτοῦ θέλω
475 στὰς ἀσπάσασθαι , χρόνιος εἰσιδὼν φίλον .
Μενέλαος
476 πρέσβυ , χαῖρε , Ζηνὸς ὁμόλεκτρον κάρα .
Τυνδάρεως
477 χαῖρε καὶ σύ , Μενέλεως , κήδευμ’ ἐμόν .
478 ἔα · τὸ μέλλον ὡς κακὸν τὸ μὴ εἰδέναι .
479 μητροφόντης ὅδε πρὸ δωμάτων δράκων
480 στίλβει νοσώδεις ἀστραπάς , στύγημ’ ἐμόν .
481 Μενέλαε , προσφθέγγῃ νιν , ἀνόσιον κάρα ;