Μενέλαος
482 τί γάρ ; φίλου μοι πατρός ἐστιν ἔκγονος .
Τυνδάρεως
483 κείνου γὰρ ὅδε πέφυκε , τοιοῦτος γεγώς ;
Μενέλαος
484 πέφυκεν · εἰ δὲ δυστυχεῖ , τιμητέος .
Τυνδάρεως
485 βεβαρβάρωσαι , χρόνιος ὢν ἐν βαρβάροις .
Μενέλαος
486 Ἑλληνικόν τοι τὸν ὁμόθεν τιμᾶν ἀεί .
Τυνδάρεως
487 καὶ τῶν νόμων γε μὴ πρότερον εἶναι θέλειν .
Μενέλαος
488 πᾶν τοὐξ ἀνάγκης δοῦλόν ἐστ’ ἐν τοῖς σοφοῖς .
Τυνδάρεως
489 κέκτησό νυν σὺ τοῦτ’ , ἐγὼ δ’ οὐ κτήσομαι .
Μενέλαος
490 ὀργὴ γὰρ ἅμα σου καὶ τὸ γῆρας οὐ σοφόν .