Ὀρέστης
630 στεῖχ’ , ὡς ἀθορύβως οὑπιὼν ἡμῖν λόγος
631 πρὸς τόνδ’ ἵκηται , γῆρας ἀποφυγὼν τὸ σόν .
632 Μενέλαε , ποῖ σὸν πόδ’ ἐπὶ συννοίᾳ κυκλεῖς ,
633 διπλῆς μερίμνης διπτύχους ἰὼν ὁδούς ;
Μενέλαος
634 ἔασον · ἐν ἐμαυτῷ τι συννοούμενος
635 ὅποι τράπωμαι τῆς τύχης ἀμηχανῶ .
Ὀρέστης
636 μή νυν πέραινε τὴν δόκησιν , ἀλλ’ ἐμοὺς
637 λόγους ἀκούσας πρόσθε , βουλεύου τότε .
Μενέλαος
638 λέγ’ · εὖ γὰρ εἶπας · ἔστι δ’ οὗ σιγὴ λόγου
639 κρείσσων γένοιτ’ ἄν . ἔστι δ’ οὗ σιγῆς λόγος .