Ὀρέστης
640 λέγοιμ’ ἂν ἤδη . τὰ μακρὰ τῶν σμικρῶν λόγων
641 ἐπίπροσθέν ἐστι καὶ σαφῆ μᾶλλον κλύειν .
642 ἐμοὶ σὺ τῶν σῶν , Μενέλεως , μηδὲν δίδου ,
643 δ’ ἔλαβες ἀπόδος πατρὸς ἐμοῦ λαβὼν πάρα .
644 οὐ χρήματ’ εἶπον · χρήματ’ , ἢν ψυχὴν ἐμὴν
645 σῴσῃς , ἅπερ μοι φίλτατ’ ἐστὶ τῶν ἐμῶν .
646 ἀδικῶ · λαβεῖν χρή μ’ ἀντὶ τοῦδε τοῦ κακοῦ
647 ἄδικόν τι παρὰ σοῦ · καὶ γὰρ Ἀγαμέμνων πατὴρ
648 ἀδίκως ἀθροίσας Ἑλλάδ’ ἦλθ’ ὑπ’ Ἴλιον ,
649 οὐκ ἐξαμαρτὼν αὐτός , ἀλλ’ ἁμαρτίαν
650 τῆς σῆς γυναικὸς ἀδικίαν τ’ ἰώμενος .
651 ἓν μὲν τόδ’ ἡμῖν ἀνθ’ ἑνὸς δοῦναί σε χρή .
652 ἀπέδοτο δ’ , ὡς χρὴ τοῖς φίλοισι τοὺς φίλους ,
653 τὸ σῶμ’ ἀληθῶς , σοὶ παρ’ ἀσπίδ’ ἐκπονῶν ,
654 ὅπως σὺ τὴν σὴν ἀπολάβοις ξυνάορον .
655 ἀπότεισον οὖν μοι ταὐτὸ τοῦτ’ ἐκεῖ λαβών ,
656 μίαν πονήσας ἡμέραν , ἡμῶν ὕπερ
657 σωτήριος στάς , μὴ δέκ’ ἐκπλήσας ἔτη .
658 δ’ Αὐλὶς ἔλαβε σφάγι’ ἐμῆς ὁμοσπόρου ,
659 ἐῶ σ’ ἔχειν ταῦθ’ · Ἑρμιόνην μὴ κτεῖνε σύ .
660 δεῖ γὰρ σ’ ἐμοῦ πράσσοντος ὡς πράσσω τὰ νῦν
661 πλέον φέρεσθαι , κἀμὲ συγγνώμην ἔχειν .
662 ψυχὴν δ’ ἐμὴν δὸς τῷ ταλαιπώρῳ πατρὶ
663 κἀμῆς ἀδελφῆς , παρθένου μακρὸν χρόνον ·
664 θανὼν γὰρ οἶκον ὀρφανὸν λείψω πατρός .
665 ἐρεῖς · ἀδύνατον . αὐτὸ τοῦτο · τοὺς φίλους
666 ἐν τοῖς κακοῖς χρὴ τοῖς φίλοισιν ὠφελεῖν ·
667 ὅταν δ’ δαίμων εὖ διδῷ , τί δεῖ φίλων ;
668 ἀρκεῖ γὰρ αὐτὸς θεὸς ὠφελεῖν θέλων .
669 φιλεῖν δάμαρτα πᾶσιν Ἕλλησιν δοκεῖς ·
670 κοὐχ ὑποτρέχων σε τοῦτο θωπείᾳ λέγω ·
671 ταύτης ἱκνοῦμαί σ’ μέλεος ἐμῶν κακῶν ,
672 ἐς οἷον ἥκω . τί δέ ; ταλαιπωρεῖν με δεῖ ·
673 ὑπὲρ γὰρ οἴκου παντὸς ἱκετεύω τάδε .
674 πατρὸς ὅμαιμε θεῖε , τὸν κατὰ χθονὸς
675 θανόντ’ ἀκούειν τάδε δόκει , ποτωμένην
676 ψυχὴν ὑπὲρ σοῦ , καὶ λέγειν ἐγὼ λέγω ,
677 ταὔτ’ ἔς τε δάκρυα καὶ γόους καὶ συμφοράς .
678 εἴρηκα κἀπῄτηκα τὴν σωτηρίαν ,
679 θηρῶν πάντες κοὐκ ἐγὼ ζητῶ μόνος .