Πυλάδης
757 κρινεῖ τί χρῆμα ; λέξον · διὰ φόβου γὰρ ἔρχομαι .
Ὀρέστης
758 θανεῖν ζῆν · μῦθος οὐ μακρὸς μακρῶν πέρι .
Πυλάδης
759 φεῦγέ νυν λιπὼν μέλαθρα σὺν κασιγνήτῃ σέθεν .
Ὀρέστης
760 οὐχ ὁρᾷς ; φυλασσόμεσθα φρουρίοισι πανταχῇ .
Πυλάδης
761 εἶδον ἄστεως ἀγυιὰς τεύχεσιν πεφραγμένας .
Ὀρέστης
762 ὡσπερεὶ πόλις πρὸς ἐχθρῶν σῶμα πυργηρούμεθα .
Πυλάδης
763 κἀμὲ νῦν ἐροῦ τί πάσχω · καὶ γὰρ αὐτὸς οἴχομαι .
Ὀρέστης
764 πρὸς τίνος ; τοῦτ’ ἂν προσείη τοῖς ἐμοῖς κακοῖς κακόν .
Πυλάδης
765 Στρόφιος ἤλασέν μ’ ἀπ’ οἴκων φυγάδα θυμωθεὶς πατήρ .
Ὀρέστης
766 ἴδιον κοινὸν πολίταις ἐπιφέρων ἔγκλημά τι ;
Πυλάδης
767 ὅτι συνηράμην φόνον σοι μητρός , ἀνόσιον λέγων .
Ὀρέστης
768 τάλας , ἔοικε καὶ σὲ τἀμὰ λυπήσειν κακά .
Πυλάδης
769 οὐχὶ Μενέλεω τρόποισι χρώμεθ’ · οἰστέον τάδε .
Ὀρέστης
770 οὐ φοβῇ μή σ’ Ἄργος ὥσπερ κἄμ’ ἀποκτεῖναι θέλῃ ;
Πυλάδης
771 οὐ προσήκομεν κολάζειν τοῖσδε , Φωκέων δὲ γῇ .
Ὀρέστης
772 δεινὸν οἱ πολλοί , κακούργους ὅταν ἔχωσι προστάτας .