Πυλάδης
739 γάρ ἐστιν ὡς ἀληθῶς τήνδ’ ἀφιγμένος χθόνα ;
Ὀρέστης
740 χρόνιος · ἀλλ’ ὅμως τάχιστα κακὸς ἐφωράθη φίλοις .
Πυλάδης
741 καὶ δάμαρτα τὴν κακίστην ναυστολῶν ἐλήλυθεν ;
Ὀρέστης
742 οὐκ ἐκεῖνος , ἀλλ’ ἐκείνη κεῖνον ἐνθάδ’ ἤγαγεν .
Πυλάδης
743 ποῦ ’στιν πλείστους Ἀχαιῶν ὤλεσεν γυνὴ μία ;
Ὀρέστης
744 ἐν δόμοις ἐμοῖσιν , εἰ δὴ τούσδ’ ἐμοὺς καλεῖν χρεών .
Πυλάδης
745 σὺ δὲ τίνας λόγους ἔλεξας σοῦ κασιγνήτῳ πατρός ;
Ὀρέστης
746 μή μ’ ἰδεῖν θανόνθ’ ὑπ’ ἀστῶν καὶ κασιγνήτην ἐμήν .
Πυλάδης
747 πρὸς θεῶν , τί πρὸς τάδ’ εἶπε ; τόδε γὰρ εἰδέναι θέλω .
Ὀρέστης
748 εὐλαβεῖθ’ , τοῖς φίλοισι δρῶσιν οἱ κακοὶ φίλοι .
Πυλάδης
749 σκῆψιν ἐς ποίαν προβαίνων ; τοῦτο πάντ’ ἔχω μαθών .
Ὀρέστης
750 οὗτος ἦλθ’ , τὰς ἀρίστας θυγατέρας σπείρας πατήρ .
Πυλάδης
751 Τυνδάρεων λέγεις · ἴσως σοι θυγατέρος θυμούμενος ;
Ὀρέστης
752 αἰσθάνῃ . τὸ τοῦδε κῆδος μᾶλλον εἵλετ’ πατρός .
Πυλάδης
753 κοὐκ ἐτόλμησεν πόνων σῶν ἀντιλάζυσθαι παρών ;
Ὀρέστης
754 οὐ γὰρ αἰχμητὴς πέφυκεν , ἐν γυναιξὶ δ’ ἄλκιμος .
Πυλάδης
755 ἐν κακοῖς ἄρ’ εἶ μεγίστοις · καί σ’ ἀναγκαῖον θανεῖν ;
Ὀρέστης
756 ψῆφον ἀμφ’ ἡμῶν πολίτας ἐπὶ φόνῳ θέσθαι χρεών .