Ἄγγελος
866 ἐτύγχανον μὲν ἀγρόθεν πυλῶν ἔσω
867 βαίνων , πυθέσθαι δεόμενος τά τ’ ἀμφὶ σοῦ
868 τά τ’ ἀμφ’ Ὀρέστου · σῷ γὰρ εὔνοιαν πατρὶ
869 ἀεί ποτ’ εἶχον , καί μ’ ἔφερβε σὸς δόμος
870 πένητα μέν , χρῆσθαι δὲ γενναῖον φίλοις .
871 ὁρῶ δ’ ὄχλον στείχοντα καὶ θάσσοντ’ ἄκραν ,
872 οὗ φασι πρῶτον Δαναὸν Αἰγύπτῳ δίκας
873 διδόντ’ ἀθροῖσαι λαὸν ἐς κοινὰς ἕδρας .
874 ἀστῶν δὲ δή τιν’ ἠρόμην ἄθροισμ’ ἰδών ·
875 Τί καινὸν Ἄργει ; μῶν τι πολεμίων πάρα
876 ἄγγελμ’ ἀνεπτέρωκε Δαναϊδῶν πόλιν ;
877 δ’ εἶπ’ · Ὀρέστην κεῖνον οὐχ ὁρᾷς πέλας
878 στείχοντ’ , ἀγῶνα θανάσιμον δραμούμενον ;
879 ὁρῶ δ’ ἄελπτον φάσμ’ , μήποτ’ ὤφελον ,
880 Πυλάδην τε καὶ σὸν σύγγονον στείχονθ’ ὁμοῦ ,
881 τὸν μὲν κατηφῆ καὶ παρειμένον νόσῳ ,
882 τὸν δ’ ὥστ’ ἀδελφὸν ἴσα φίλῳ λυπούμενον ,
883 νόσημα κηδεύοντα παιδαγωγίᾳ .
884 ἐπεὶ δὲ πλήρης ἐγένετ’ Ἀργείων ὄχλος ,
885 κῆρυξ ἀναστὰς εἶπε · Τίς χρῄζει λέγειν ,
886 πότερον Ὀρέστην κατθανεῖν μὴ χρεών ,
887 μητροκτονοῦντα ; κἀπὶ τῷδ’ ἀνίσταται
888 Ταλθύβιος , ὃς σῷ πατρὶ συνεπόρθει Φρύγας .
889 ἔλεξε δ’ , ὑπὸ τοῖς δυναμένοισιν ὢν ἀεί ,
890 διχόμυθα , πατέρα μὲν σὸν ἐκπαγλούμενος ,
891 σὸν δ’ οὐκ ἐπαινῶν σύγγονον , καλοὺς κακοὺς
892 λόγους ἑλίσσων , ὅτι καθισταίη νόμους
893 ἐς τοὺς τεκόντας οὐ καλούς · τὸ δ’ ὄμμ’ ἀεὶ
894 φαιδρωπὸν ἐδίδου τοῖσιν Αἰγίσθου φίλοις .
895 τὸ γὰρ γένος τοιοῦτον · ἐπὶ τὸν εὐτυχῆ
896 πηδῶσ’ ἀεὶ κήρυκες · ὅδε δ’ αὐτοῖς φίλος ,
897 ὃς ἂν δύνηται πόλεος ἔν τ’ ἀρχαῖσιν .
898 ἐπὶ τῷδε δ’ ἠγόρευε Διομήδης ἄναξ .
899 οὗτος κτανεῖν μὲν οὔτε σὲ οὔτε σύγγονον
900 εἴα , φυγῇ δὲ ζημιοῦντας εὐσεβεῖν .
901 ἐπερρόθησαν δ’ οἳ μὲν ὡς καλῶς λέγοι ,
902 οἳ δ’ οὐκ ἐπῄνουν . κἀπὶ τῷδ’ ἀνίσταται
903 ἀνήρ τις ἀθυρόγλωσσος , ἰσχύων θράσει ,
904 Ἀργεῖος οὐκ Ἀργεῖος , ἠναγκασμένος ,
905 θορύβῳ τε πίσυνος κἀμαθεῖ παρρησίᾳ ,
906 πιθανὸς ἔτ’ αὐτοὺς περιβαλεῖν κακῷ τινι ·
907 [ ὅταν γὰρ ἡδύς τις λόγοις φρονῶν κακῶς ]
908 [ πείθῃ τὸ πλῆθος , τῇ πόλει κακὸν μέγα · ]
909 [ ὅσοι δὲ σὺν νῷ χρηστὰ βουλεύουσ’ ἀεί , ]
910 [ κἂν μὴ παραυτίκ’ , αὖθίς εἰσι χρήσιμοι ]
911 [ πόλει . θεᾶσθαι δ’ ὧδε χρὴ τὸν προστάτην ]
912 [ ἰδόνθ’ · ὅμοιον γὰρ τὸ χρῆμα γίγνεται ]
913 [ τῷ τοὺς λόγους λέγοντι καὶ τιμωμένῳ . ]
914 ὃς εἶπ’ Ὀρέστην καὶ σὲ ἀποκτεῖναι πέτροις
915 βάλλοντας · ὑπὸ δ’ ἔτεινε Τυνδάρεως λόγους
916 τῷ σφὼ κατακτείνοντι τοιούτους λέγειν .
917 ἄλλος δ’ ἀναστὰς ἔλεγε τῷδ’ ἐναντία ,
918 μορφῇ μὲν οὐκ εὐωπός , ἀνδρεῖος δ’ ἀνήρ ,
919 ὀλιγάκις ἄστυ κἀγορᾶς χραίνων κύκλον ,
920 αὐτουργός οἵπερ καὶ μόνοι σῴζουσι γῆν
921 ξυνετὸς δέ , χωρεῖν ὁμόσε τοῖς λόγοις θέλων ,
922 ἀκέραιος , ἀνεπίπληκτον ἠσκηκὼς βίον ·
923 ὃς εἶπ’ Ὀρέστην παῖδα τὸν Ἀγαμέμνονος
924 στεφανοῦν , ὃς ἠθέλησε τιμωρεῖν πατρί ,
925 κακὴν γυναῖκα κἄθεον κατακτανών ,
926 κεῖν’ ἀφῄρει , μήθ’ ὁπλίζεσθαι χέρα
927 μήτε στρατεύειν ἐκλιπόντα δώματα ,
928 εἰ τἄνδον οἰκουρήμαθ’ οἱ λελειμμένοι
929 φθείρουσιν , ἀνδρῶν εὔνιδας λωβώμενοι .
930 καὶ τοῖς γε χρηστοῖς εὖ λέγειν ἐφαίνετο .
931 κοὐδεὶς ἔτ’ εἶπε . σὸς δ’ ἐπῆλθε σύγγονος ,
932 ἔλεξε δ’ · γῆν Ἰνάχου κεκτημένοι ,
933 [ πάλαι Πελασγοί , Δαναΐδαι δεύτερον , ]
934 ὑμῖν ἀμύνων οὐδὲν ἧσσον πατρὶ
935 ἔκτεινα μητέρ’ . εἰ γὰρ ἀρσένων φόνος
936 ἔσται γυναιξὶν ὅσιος , οὐ φθάνοιτ’ ἔτ’ ἂν
937 θνῄσκοντες , γυναιξὶ δουλεύειν χρεών ·
938 τοὐναντίον δὲ δράσετ’ δρᾶσαι χρεών .
939 νῦν μὲν γὰρ προδοῦσα λέκτρ’ ἐμοῦ πατρὸς
940 τέθνηκεν · εἰ δὲ δὴ κατακτενεῖτ’ ἐμέ ,
941 νόμος ἀνεῖται , κοὐ φθάνοι θνῄσκων τις ἄν ·
942 ὡς τῆς γε τόλμης οὐ σπάνις γενήσεται .
943 ἀλλ’ οὐκ ἔπειθ’ ὅμιλον , εὖ δοκῶν λέγειν .
944 νικᾷ δ’ ἐκεῖνος κακὸς ἐν πλήθει λέγων ,
945 ὃς ἠγόρευσε σύγγονον σέ τε κτανεῖν .
946 μόλις δ’ ἔπεισε μὴ πετρουμένους θανεῖν
947 τλήμων Ὀρέστης · αὐτόχειρι δὲ σφαγῇ
948 ὑπέσχετ’ ἐν τῇδ’ ἡμέρᾳ λείψειν βίον
949 σὺν σοί . πορεύει δ’ αὐτὸν ἐκκλήτων ἄπο
950 Πυλάδης δακρύων · σὺν δ’ ὁμαρτοῦσιν φίλοι
951 κλαίοντες , οἰκτίροντες · ἔρχεται δέ σοι
952 πικρὸν θέαμα καὶ πρόσοψις ἀθλία .
953 ἀλλ’ εὐτρέπιζε φάσγαν’ βρόχον δέρῃ ·
954 ὡς δεῖ λιπεῖν σε φέγγος · εὐγένεια δὲ
955 οὐδέν σ’ ἐπωφέλησεν , οὐδ’ Πύθιος
956 τρίποδα καθίζων Φοῖβος , ἀλλ’ ἀπώλεσεν .