Ὀρέστης
1035 τόδ’ ἦμαρ ἡμῖν κύριον · δεῖ δ’ βρόχους
1036 ἅπτειν κρεμαστοὺς ξίφος θήγειν χερί .
Ἠλέκτρα
1037 σύ νύν μ’ , ἀδελφέ , μή τις Ἀργείων κτάνῃ
1038 ὕβρισμα θέμενος τὸν Ἀγαμέμνονος γόνον .
Ὀρέστης
1039 ἅλις τὸ μητρὸς αἷμ’ ἔχω · σὲ δ’ οὐ κτενῶ ,
1040 ἀλλ’ αὐτόχειρι θνῇσχ’ ὅτῳ βούλῃ τρόπῳ .
Ἠλέκτρα
1041 ἔσται τάδ’ · οὐδὲν σοῦ ξίφους λελείψομαι .
1042 ἀλλ’ ἀμφιθεῖναι σῇ δέρῃ θέλω χέρας .
Ὀρέστης
1043 τέρπου κενὴν ὄνησιν , εἰ τερπνὸν τόδε
1044 θανάτου πέλας βεβῶσι , περιβαλεῖν χέρας .
Ἠλέκτρα
1045 φίλτατ’ , ποθεινὸν ἥδιστόν τ’ ἔχων
1046 τῆς σῆς ἀδελφῆς ὄνομα καὶ ψυχὴν μίαν .
Ὀρέστης
1047 ἔκ τοί με τήξεις · καί σ’ ἀμείψασθαι θέλω
1048 φιλότητι χειρῶν . τί γὰρ ἔτ’ αἰδοῦμαι τάλας ;
1049 στέρν’ ἀδελφῆς , φίλον πρόσπτυγμ’ ἐμόν ,
1050 τάδ’ ἀντὶ παίδων καὶ γαμηλίου λέχους
1051 [ προσφθέγματ’ ἀμφοῖν τοῖς ταλαιπώροις πάρα ] .
Ἠλέκτρα
1052 φεῦ ·
πῶς ἂν ξίφος νὼ ταὐτόν , εἰ θέμις , κτάνοι
1053 καὶ μνῆμα δέξαιθ’ ἕν , κέδρου τεχνάσματα ;
Ὀρέστης
1054 ἥδιστ’ ἂν εἴη ταῦθ’ · ὁρᾷς δὲ δὴ φίλων
1055 ὡς ἐσπανίσμεθ’ , ὥστε κοινωνεῖν τάφου .