Ἠλέκτρα
1056 οὐδ’ εἶφ’ ὑπὲρ σοῦ , μὴ θανεῖν σπουδὴν ἔχων ,
1057 Μενέλαος κακός , προδότης τοὐμοῦ πατρός ;
Ὀρέστης
1058 οὐδ’ ὄμμ’ ἔδειξεν , ἀλλ’ ἐπὶ σκήπτροις ἔχων
1059 τὴν ἐλπίδ’ , εὐλαβεῖτο μὴ σῴζειν φίλους .
1060 ἀλλ’ εἶ’ ὅπως γενναῖα καὶ Ἀγαμέμνονος
1061 δράσαντε κατθανούμεθ’ ἀξιώτατα .
1062 κἀγὼ μὲν εὐγένειαν ἀποδείξω πόλει ,
1063 παίσας πρὸς ἧπαρ φασγάνῳ · σὲ δ’ αὖ χρεὼν
1064 ὅμοια πράσσειν τοῖς ἐμοῖς τολμήμασιν .
1065 Πυλάδη , σὺ δ’ ἡμῖν τοῦ φόνου γενοῦ βραβεύς ,
1066 καὶ κατθανόντοιν εὖ περίστειλον δέμας
1067 θάψον τε κοινῇ πρὸς πατρὸς τύμβον φέρων .
1068 καὶ χαῖρ’ · ἐπ’ ἔργον δ’ , ὡς ὁρᾷς , πορεύομαι .
Πυλάδης
1069 ἐπίσχες . ἓν μὲν πρῶτά σοι μομφὴν ἔχω ,
1070 εἰ ζῆν με χρῄζειν σοῦ θανόντος ἤλπισας .
Ὀρέστης
1071 τί γὰρ προσήκει κατθανεῖν σ’ ἐμοῦ μέτα ;
Πυλάδης
1072 ἤρου ; τί δὲ ζῆν σῆς ἑταιρίας ἄτερ ;
Ὀρέστης
1073 οὐκ ἔκτανες σὴν μητέρ’ , ὡς ἐγὼ τάλας .
Πυλάδης
1074 σὺν σοί γε κοινῇ · ταὐτὰ καὶ πάσχειν με δεῖ .