Πυλάδης
1131 ἔγνως · ἄκουσον δ’ ὡς καλῶς βουλεύομαι .
1132 εἰ μὲν γὰρ ἐς γυναῖκα σωφρονεστέραν
1133 ξίφος μεθεῖμεν , δυσκλεὴς ἂν ἦν φόνος ·
1134 νῦν δ’ ὑπὲρ ἁπάσης Ἑλλάδος δώσει δίκην ,
1135 ὧν πατέρας ἔκτειν’ , ὧν δ’ ἀπώλεσεν τέκνα ,
1136 νύμφας τ’ ἔθηκεν ὀρφανὰς ξυναόρων .
1137 ὀλολυγμὸς ἔσται , πῦρ τ’ ἀνάψουσιν θεοῖς ,
1138 σοὶ πολλὰ κἀμοὶ κέδν’ ἀρώμενοι τυχεῖν ,
1139 κακῆς γυναικὸς οὕνεχ’ αἷμ’ ἐπράξαμεν .
1140 μητροφόντης δ’ οὐ καλῇ ταύτην κτανών ,
1141 ἀλλ’ ἀπολιπὼν τοῦτ’ ἐπὶ τὸ βέλτιον πεσῇ ,
1142 Ἑλένης λεγόμενος τῆς πολυκτόνου φονεύς .
1143 οὐ δεῖ ποτ’ , οὐ δεῖ , Μενέλεων μὲν εὐτυχεῖν ,
1144 τὸν σὸν δὲ πατέρα καὶ σὲ κἀδελφὴν θανεῖν ,
1145 μητέρα τε ἐῶ τοῦτ’ · οὐ γὰρ εὐπρεπὲς λέγειν
1146 δόμους δ’ ἔχειν σοὺς δι’ Ἀγαμέμνονος δόρυ
1147 λαβόντα νύμφην · μὴ γὰρ οὖν ζῴην ἔτι ,
1148 ἢν μὴ ’π’ ἐκείνῃ φάσγανον σπασώμεθα .
1149 ἢν δ’ οὖν τὸν Ἑλένης μὴ κατάσχωμεν φόνον ,
1150 πρήσαντες οἴκους τούσδε κατθανούμεθα .
1151 ἑνὸς γὰρ οὐ σφαλέντες ἕξομεν κλέος ,
1152 καλῶς θανόντες καλῶς σεσῳσμένοι .