Χορός
1153 πάσαις γυναιξὶν ἀξία στυγεῖν ἔφυ
1154 Τυνδαρὶς παῖς , κατῄσχυνεν γένος .
Ὀρέστης
1155 φεῦ ·
1156 οὐκ ἔστιν οὐδὲν κρεῖσσον φίλος σαφής ,
1157 οὐ πλοῦτος , οὐ τυραννίς · ἀλόγιστον δέ τι
1158 τὸ πλῆθος ἀντάλλαγμα γενναίου φίλου .
1159 σὺ γὰρ τά τ’ εἰς Αἴγισθον ἐξηῦρες κακὰ
καὶ πλησίον παρῆσθα κινδύνων ἐμοί ,
1160 νῦν τ’ αὖ δίδως μοι πολεμίων τιμωρίαν
1161 κοὐκ ἐκποδὼν εἶ παύσομαί σ’ αἰνῶν , ἐπεὶ
1162 βάρος τι κἀν τῷδ’ ἐστίν , αἰνεῖσθαι λίαν .
1163 ἐγὼ δὲ πάντως ἐκπνέων ψυχὴν ἐμὴν
1164 δράσας τι χρῄζω τοὺς ἐμοὺς ἐχθροὺς θανεῖν ,
1165 ἵν’ ἀνταναλώσω μὲν οἵ με προύδοσαν ,
1166 στένωσι δ’ οἵπερ κἄμ’ ἔθηκαν ἄθλιον .
1167 Ἀγαμέμνονός τοι παῖς πέφυχ’ , ὃς Ἑλλάδος
1168 ἦρξ’ ἀξιωθείς , οὐ τύραννος , ἀλλ’ ὅμως
1169 ῥώμην θεοῦ τιν’ ἔσχε · ὃν οὐ καταισχυνῶ
1170 δοῦλον παρασχὼν θάνατον , ἀλλ’ ἐλευθέρως
1171 ψυχὴν ἀφήσω , Μενέλεων δὲ τείσομαι .
1172 ἑνὸς γὰρ εἰ λαβοίμεθ’ , εὐτυχοῖμεν ἄν ,
1173 εἴ ποθεν ἄελπτος παραπέσοι σωτηρία
1174 κτανοῦσι μὴ θανοῦσιν · εὔχομαι τάδε .
1175 βούλομαι γάρ , ἡδὺ καὶ διὰ στόμα
1176 πτηνοῖσι μύθοις ἀδαπάνως τέρψαι φρένα .