Πυλάδης
1236 ἐγὼ δ’ { ἐπεβούλευσα } κἀπέλυσ’ ὄκνου
Ὀρέστης
1237 σοί , πάτερ , ἀρήγων .
Ἠλέκτρα
οὐδ’ ἐγὼ προύδωκά σε .
Πυλάδης
1238 οὔκουν ὀνείδη τάδε κλύων ῥύσῃ τέκνα ;
Ὀρέστης
1239 δακρύοις κατασπένδω σε .
Ἠλέκτρα
ἐγὼ δ’ οἴκτοισί γε .
Πυλάδης
1240 παύσασθε , καὶ πρὸς ἔργον ἐξορμώμεθα .
1241 εἴπερ γὰρ εἴσω γῆς ἀκοντίζουσ’ ἀραί ,
1242 κλύει . σὺ δ’ , Ζεῦ πρόγονε καὶ Δίκης σέβας ,
1243 δότ’ εὐτυχῆσαι τῷδ’ ἐμοί τε τῇδέ τε ·
1244 τρισσοῖς φίλοις γὰρ εἷς ἀγών , δίκη μία ,
1245 ζῆν ἅπασιν θανεῖν ὀφείλεται .
Ἠλέκτρα
1246 Μυκηνίδες φίλαι ,
1247 τὰ πρῶτα κατὰ Πελασγὸν ἕδος Ἀργείων .
Χορός
1248 τίνα θροεῖς αὐδάν , πότνια ; παραμένει
1250 γὰρ ἔτι σοι τόδ’ ἐν Δαναϊδῶν πόλει .
Ἠλέκτρα
1251 στῆθ’ αἳ μὲν ὑμῶν τόνδ’ ἁμαξήρη τρίβον ,
1252 αἳ δ’ ἐνθάδ’ ἄλλον οἶμον ἐς φρουρὰν δόμων .
Χορός
1253 τί δέ με τόδε χρέος ἀπύεις ;
1254 ἔνεπέ μοι , φίλα .
Ἠλέκτρα
1255 φόβος ἔχει με μή τις ἐπὶ δώμασι
1256 σταθεὶς ἐπὶ φοίνιον αἷμα
1257 πήματα πήμασιν ἐξεύρῃ .