Ἡμίχορος
1258 χωρεῖτ’ , ἐπειγώμεσθ’ · ἐγὼ μὲν οὖν τρίβον
1259 τόνδ’ ἐκφυλάξω , τὸν πρὸς ἡλίου βολάς .
1260 καὶ μὴν ἐγὼ τόνδ’ , ὃς πρὸς ἑσπέραν φέρει .
Ἠλέκτρα
1261 δόχμιά νυν κόρας διάφερ’ ὀμμάτων .
Χορός
1262 ἐκεῖθεν ἐνθάδ’ , εἶτα παλινσκοπιὰν
1265 ἔχομεν , ὡς θροεῖς .
Ἠλέκτρα
1266 ἑλίσσετέ νυν βλέφαρα ,
1267 κόραισι δίδοτε πάντα διὰ βοστρύχων .
Ἡμίχορος
1268 ὅδε τις ἐν τρίβῳ [ προσέρχεται ] . τίς ὅδ’ ἄρ’ ἀμφὶ
1270 μέλαθρον πολεῖ σὸν ἀγρότας ἀνήρ ;
Ἠλέκτρα
1271 ἀπωλόμεσθ’ ἄρ’ , φίλαι · κεκρυμμένους
1272 θῆρας ξιφήρεις αὐτίκ’ ἐχθροῖσιν φανεῖ .
Ἡμίχορος
1273 ἄφοβος ἔχε · κενός , φίλα ,
1274 στίβος ὃν οὐ δοκεῖς .
Ἠλέκτρα
1275 τί δέ ; τὸ σὸν βέβαιον ἔτι μοι μένει ;
1276 δὸς ἀγγελίαν ἀγαθάν τιν’ ,
1277 εἰ τάδ’ ἔρημα τὰ πρόσθ’ αὐλᾶς .
Ἡμίχορος
1278 καλῶς τά γ’ ἐνθένδ’ . ἀλλὰ τἀπὶ σοῦ σκόπει ·
1279 ὡς οὔτις ἡμῖν Δαναϊδῶν πελάζεται .
1280 ἐς ταὐτὸν ἥκεις · καὶ γὰρ οὐδὲ τῇδ’ ὄχλος .
Ἠλέκτρα
1281 φέρε νυν ἐν πύλαισιν ἀκοὰν βάλω .
Χορός
1284 τί μέλλεθ’ οἱ κατ’ οἶκον ἐν ἡσυχίᾳ
1285 σφάγια φοινίσσειν ;