Χορός
1503 καὶ μὴν ἀμείβει καινὸν ἐκ καινῶν τόδε ·
1504 ξιφηφόρον γὰρ εἰσορῶ πρὸ δωμάτων
1505 βαίνοντ’ Ὀρέστην ἐπτοημένῳ ποδί .
Ὀρέστης
1506 ποῦ ’στιν οὗτος ὃς πέφευγεν ἐκ δόμων τοὐμὸν ξίφος ;
Φρύξ
1507 προσκυνῶ σ’ , ἄναξ , νόμοισι βαρβάροισι προσπίτνων .
Ὀρέστης
1508 οὐκ ἐν Ἰλίῳ τάδ’ ἐστίν , ἀλλ’ ἐν Ἀργείᾳ χθονί .
Φρύξ
1509 πανταχοῦ ζῆν ἡδὺ μᾶλλον θανεῖν τοῖς σώφροσιν .
Ὀρέστης
1510 οὔτι που κραυγὴν ἔθηκας Μενέλεῳ βοηδρομεῖν ;
Φρύξ
1511 σοὶ μὲν οὖν ἔγωγ’ ἀμύνειν · ἀξιώτερος γὰρ εἶ .
Ὀρέστης
1512 ἐνδίκως Τυνδάρειος ἆρα παῖς διώλετο ;
Φρύξ
1513 ἐνδικώτατ’ , εἴ γε λαιμοὺς εἶχε τριπτύχους θανεῖν .
Ὀρέστης
1514 δειλίᾳ γλώσσῃ χαρίζῃ , τἄνδον οὐχ οὕτω φρονῶν .
Φρύξ
1515 οὐ γάρ , ἥτις Ἑλλάδ’ αὐτοῖς Φρυξὶ διελυμήνατο ;
Ὀρέστης
1516 ὄμοσον εἰ δὲ μή , κτενῶ σε μὴ λέγειν ἐμὴν χάριν .
Φρύξ
1517 τὴν ἐμὴν ψυχὴν κατώμοσ’ , ἣν ἂν εὐορκοῖμ’ ἐγώ .
Ὀρέστης
1518 ὧδε κἀν Τροίᾳ σίδηρος πᾶσι Φρυξὶν ἦν φόβος ;
Φρύξ
1519 ἄπεχε φάσγανον · πέλας γὰρ δεινὸν ἀνταυγεῖ φόνον .
Ὀρέστης
1520 μὴ πέτρος γένῃ δέδοικας ὥστε Γοργόν’ εἰσιδών ;
Φρύξ
1521 μὴ μὲν οὖν νεκρός · τὸ Γοργοῦς δ’ οὐ κάτοιδ’ ἐγὼ κάρα .