Πολυνείκης
261 τὰ μὲν πυλωρῶν κλῇθρά μ’ εἰσεδέξατο
262 δι’ εὐπετείας τειχέων ἔσω μολεῖν .
263 καὶ δέδοικα μή με δικτύων ἔσω
264 λαβόντες οὐκ ἐκφρῶσ’ ἀναίμακτον χρόα .
265 ὧν οὕνεκ’ ὄμμα πανταχῇ διοιστέον
266 κἀκεῖσε καὶ τὸ δεῦρο , μὴ δόλος τις .
267 ὡπλισμένος δὲ χεῖρα τῷδε φασγάνῳ
268 τὰ πίστ’ ἐμαυτῷ τοῦ θράσους παρέξομαι .
269 ὠή , τίς οὗτος ; κτύπον φοβούμεθα ;
270 ἅπαντα γὰρ τολμῶσι δεινὰ φαίνεται ,
271 ὅταν δι’ ἐχθρᾶς ποὺς ἀμείβηται χθονός .
272 πέποιθα μέντοι μητρί , κοὐ πέποιθ’ ἅμα ,
273 ἥτις μ’ ἔπεισε δεῦρ’ ὑπόσπονδον μολεῖν .
274 ἀλλ’ ἐγγὺς ἀλκή · βώμιοι γὰρ ἐσχάραι
275 πέλας πάρεισι , κοὐκ ἔρημα δώματα .
276 φέρ’ ἐς σκοτεινὰς περιβολὰς μεθῶ ξίφος
277 καὶ τάσδ’ ἔρωμαι , τίνες ἐφεστᾶσιν δόμοις .
278 ξέναι γυναῖκες , εἴπατ’ , ἐκ ποίας πάτρας
279 Ἑλληνικοῖσι δώμασιν πελάζετε ;