Ἐτεοκλῆς
602 οὐκ ἀπαιτούμεσθ’ · ἐγὼ γὰρ τὸν ἐμὸν οἰκήσω δόμον .
Πολυνείκης
603 τοῦ μέρους ἔχων τὸ πλεῖον ;
Ἐτεοκλῆς
φήμ’ · ἀπαλλάσσου δὲ γῆς .
Πολυνείκης
604 θεῶν βωμοὶ πατρῴων
Ἐτεοκλῆς
οὓς σὺ πορθήσων πάρει .
Πολυνείκης
605 κλύετέ μου
Ἐτεοκλῆς
τίς δ’ ἂν κλύοι σου πατρίδ’ ἐπεστρατευμένου ;
Πολυνείκης
606 καὶ θεῶν τῶν λευκοπώλων δώματα
Ἐτεοκλῆς
οἳ στυγοῦσί σε .
Πολυνείκης
607 ἐξελαυνόμεσθα πατρίδος
Ἐτεοκλῆς
καὶ γὰρ ἦλθες ἐξελῶν .
Πολυνείκης
608 ἀδικίᾳ γ’ , θεοί .
Ἐτεοκλῆς
Μυκήναις , μὴ ’νθάδ’ ἀνακάλει θεούς .
Πολυνείκης
609 ἀνόσιος πέφυκας
Ἐτεοκλῆς
ἀλλ’ οὐ πατρίδος , ὡς σύ , πολέμιος .
Πολυνείκης
610 ὅς μ’ ἄμοιρον ἐξελαύνεις .
Ἐτεοκλῆς
καὶ κατακτενῶ γε πρός .
Πολυνείκης
611 πάτερ , κλύεις πάσχω ;
Ἐτεοκλῆς
καὶ γὰρ οἷα δρᾷς κλύει .
Πολυνείκης
612 καὶ σύ , μῆτερ ;
Ἐτεοκλῆς
ἀθέμιτόν σοι μητρὸς ὀνομάζειν κάρα .
Πολυνείκης
613 πόλις .
Ἐτεοκλῆς
μολὼν ἐς Ἄργος ἀνακάλει Λέρνης ὕδωρ .
Πολυνείκης
614 εἶμι , μὴ πόνει · σὲ δ’ αἰνῶ , μῆτερ .
Ἐτεοκλῆς
ἔξιθι χθονός .
Πολυνείκης
615 ἔξιμεν · πατέρα δέ μοι δὸς εἰσιδεῖν .
Ἐτεοκλῆς
οὐκ ἂν τύχοις .
Πολυνείκης
616 ἀλλὰ παρθένους ἀδελφάς .
Ἐτεοκλῆς
οὐδὲ τάσδ’ ὄψῃ ποτέ .
Πολυνείκης
617 κασίγνηται .
Ἐτεοκλῆς
τί ταύτας ἀνακαλεῖς ἔχθιστος ὤν ;