Πολυνείκης
625 ὡς τάχ’ οὐκέθ’ αἱματηρὸν τοὐμὸν ἀργήσει ξίφος .
626 τὴν δὲ θρέψασάν με γαῖαν καὶ θεοὺς μαρτύρομαι ,
627 ὡς ἄτιμος οἰκτρὰ πάσχων ἐξελαύνομαι χθονός ,
628 δοῦλος ὥς , ἀλλ’ οὐχὶ ταὐτοῦ πατρὸς Οἰδίπου γεγώς ·
629 κἄν τί σοι , πόλις , γένηται , μὴ ἐμέ , τόνδε δ’ αἰτιῶ ·
630 οὐχ ἑκὼν γὰρ ἦλθον , ἄκων δ’ ἐξελαύνομαι χθονός .
631 καὶ σύ , Φοῖβ’ ἄναξ Ἀγυιεῦ , καὶ μέλαθρα , χαίρετε ,
632 ἥλικές θ’ οὑμοί , θεῶν τε δεξίμηλ’ ἀγάλματα .
633 οὐ γὰρ οἶδ’ εἴ μοι προσειπεῖν αὖθις ἔσθ’ ὑμᾶς ποτε ·
634 ἐλπίδες δ’ οὔπω καθεύδουσ’ , αἷς πέποιθα σὺν θεοῖς
635 τόνδ’ ἀποκτείνας κρατήσειν τῆσδε Θηβαίας χθονός .
Ἐτεοκλῆς
636 ἔξιθ’ ἐκ χώρας · ἀληθῶς δ’ ὄνομα Πολυνείκη πατὴρ
637 ἔθετό σοι θείᾳ προνοίᾳ νεικέων ἐπώνυμον .