Κρέων
1332 οἴμοι , τὸ μὲν σημεῖον εἰσορῶ τόδε ,
1333 σκυθρωπὸν ὄμμα καὶ πρόσωπον ἀγγέλου
1334 στείχοντος , ὃς πᾶν ἀγγελεῖ τὸ δρώμενον .
Ἄγγελος
1335 τάλας ἐγώ , τίν’ εἴπω μῦθον τίνας γόους ;
Κρέων
1336 οἰχόμεσθ’ · οὐκ εὐπροσώποις φροιμίοις ἄρχῃ λόγου .
Ἄγγελος
1337 τάλας , δισσῶς ἀυτῶ · μεγάλα γὰρ φέρω κακά .
Κρέων
1338 πρὸς πεπραγμένοισιν ἄλλοις πήμασιν . λέγεις δὲ τί ;
Ἄγγελος
1339 οὐκέτ’ εἰσὶ σῆς ἀδελφῆς παῖδες ἐν φάει , Κρέον .
Κρέων
1340 αἰαῖ ·
1341 μεγάλα μοι θροεῖς πάθεα καὶ πόλει .
1342 δώματ’ εἰσηκούσατ’ Οἰδίπου τάδε
1343 παίδων ὁμοίαις συμφοραῖς ὀλωλότων ;
Χορός
1344 ὥστ’ ἂν δακρῦσαί γ’ , εἰ φρονοῦντ’ ἐτύγχανεν .
Κρέων
1345 οἴμοι ξυμφορᾶς βαρυποτμωτάτας ,
1346 [ οἴμοι κακῶν δύστηνος · τάλας ἐγώ . ]
Ἄγγελος
1347 εἰ καὶ τὰ πρὸς τούτοισί γ’ εἰδείης κακά .
Κρέων
1348 καὶ πῶς γένοιτ’ ἂν τῶνδε δυσποτμώτερα ;
Ἄγγελος
1349 τέθνηκ’ ἀδελφὴ σὴ δυοῖν παίδοιν μέτα .
Χορός
1350 ἀνάγετ’ ἀνάγετε κωκυτόν ,
1351 ἐπὶ κάρα τε λευκοπήχεις κτύπους χεροῖν .