Ὀδυσσεύς
565 Διόμηδες , οὐκ ἤκουσας κενὸς ψόφος
566 στάζει δι’ ὤτων ; τευχέων τινὰ κτύπον ;
Διομήδης
567 οὔκ , ἀλλὰ δεσμὰ πωλικῶν ἐξ ἀντύγων
568 κλάζει σιδήρου · κἀμέ τοι , πρὶν ᾐσθόμην
569 δεσμῶν ἀραγμὸν ἱππικῶν , ἔδυ φόβος .
Ὀδυσσεύς
570 ὅρα κατ’ ὄρφνην μὴ φύλαξιν ἐντύχῃς .
Διομήδης
571 φυλάξομαί τοι κἀν σκότῳ τιθεὶς πόδα .
Ὀδυσσεύς
572 ἢν δ’ οὖν ἐγείρῃς , οἶσθα σύνθημα στρατοῦ ;
Διομήδης
573 { Φοῖβον } Δόλωνος οἶδα σύμβολον κλύων .
Ὀδυσσεύς
574 ἔα ·
εὐνὰς ἐρήμους τάσδε πολεμίων ὁρῶ .
Διομήδης
575 καὶ μὴν Δόλων γε τάσδ’ ἔφραζεν Ἕκτορος
576 κοίτας , ἐφ’ ᾧπερ ἔγχος εἵλκυσται τόδε .
Ὀδυσσεύς
577 τί δῆτ’ ἂν εἴη ; μῶν λόχος βέβηκέ ποι ;
Διομήδης
578 ἴσως ἐφ’ ἡμῖν μηχανὴν στήσων τινά .
Ὀδυσσεύς
579 θρασὺς γὰρ Ἕκτωρ νῦν , ἐπεὶ κρατεῖ , θρασύς .
Διομήδης
580 τί δῆτ’ , Ὀδυσσεῦ , δρῶμεν ; οὐ γὰρ ηὕρομεν
581 τὸν ἄνδρ’ ἐν εὐναῖς , ἐλπίδων δ’ ἡμάρτομεν .
Ὀδυσσεύς
582 στείχωμεν ὡς τάχιστα ναυστάθμων πέλας .
583 σῴζει γὰρ αὐτὸν ὅστις εὐτυχῆ θεῶν
584 τίθησιν · ἡμῖν δ’ οὐ βιαστέον τύχην .
Διομήδης
585 οὐκ οὖν ἐπ’ Αἰνέαν τὸν ἔχθιστον Φρυγῶν
586 Πάριν μολόντε χρὴ καρατομεῖν ξίφει ;