Ἀθήνα
631 μόνος · πρὸς εὐνὰς δ’ , ὡς ἔοικεν , Ἕκτορος
632 χωρεῖ , κατόπτας σημανῶν ἥκειν στρατοῦ .
Διομήδης
633 οὐκ οὖν ὑπάρχειν τόνδε κατθανόντα χρή ;
Ἀθήνα
634 οὐκ ἂν δύναιο τοῦ πεπρωμένου πλέον .
635 τοῦτον δὲ πρὸς σῆς χειρὸς οὐ θέμις θανεῖν .
636 ἀλλ’ ᾧπερ ἥκεις μορσίμους φέρων σφαγάς ,
637 τάχυν’ · ἐγὼ δέ , τῷδε σύμμαχος Κύπρις
638 δοκοῦσ’ ἀρωγὸς ἐν πόνοις παραστατεῖν ,
639 σαθροῖς λόγοισιν ἐχθρὸν ἄνδρ’ ἀμείψομαι .
640 καὶ ταῦτ’ ἐγὼ μὲν εἶπον · ὃν δὲ χρὴ παθεῖν ,
641 οὐκ οἶδεν οὐδ’ ἤκουσεν ἐγγὺς ὢν λόγου .
Ἀλέξανδρος
642 σὲ τὸν στρατηγὸν καὶ κασίγνητον λέγω ,
643 Ἕκτορ , καθεύδεις ; οὐκ ἐγείρεσθαί σε χρῆν ;
644 ἐχθρῶν τις ἡμῖν χρίμπτεται στρατεύματι ,
645 κλῶπες ἄνδρες κατάσκοποί τινες .
Ἀθήνα
646 θάρσει · φυλάσσει σ’ ἥδε πρευμενὴς Κύπρις .
647 μέλει δ’ σός μοι πόλεμος , οὐδ’ ἀμνημονῶ
648 τιμῆς , ἐπαινῶ δ’ εὖ παθοῦσα πρὸς σέθεν .
649 καὶ νῦν ἐπ’ εὐτυχοῦντι Τρωικῷ στρατῷ
650 ἥκω πορεύουσ’ ἄνδρα σοι μέγαν φίλον ,
651 τῆς ὑμνοποιοῦ παῖδα Θρῄκιον θεᾶς
652 Μούσης · πατρὸς δὲ Στρυμόνος κικλήσκεται .