Ὀδυσσεύς
608 δέσποιν’ Ἀθάνα , φθέγματος γὰρ ᾐσθόμην
609 τοῦ σοῦ συνήθη γῆρυν · ἐν πόνοισι γὰρ
610 παροῦσ’ ἀμύνεις τοῖς ἐμοῖς ἀεί ποτε ·
611 τὸν ἄνδρα δ’ ἡμῖν , ποῦ κατηύνασται , φράσον ·
612 πόθεν τέτακται βαρβάρου στρατεύματος ;
Ἀθήνα
613 ὅδ’ ἐγγὺς ἧσται κοὐ συνήθροισται στρατῷ ,
614 ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτὸν τάξεων κατηύνασεν
615 Ἕκτωρ , ἕως ἂν νὺξ ἀμείψηται φάος .
616 πέλας δὲ πῶλοι Θρῃκίων ἐξ ἁρμάτων
617 λευκαὶ δέδενται , διαπρεπεῖς ἐν εὐφρόνῃ ·
618 στίλβουσι δ’ ὥστε ποταμίου κύκνου πτερόν .
619 ταύτας , κτανόντες δεσπότην , κομίζετε ,
620 κάλλιστον οἴκοις σκῦλον · οὐ γὰρ ἔσθ’ ὅπου
621 τοιόνδ’ ὄχημα χθὼν κέκευθε πωλικόν .
Ὀδυσσεύς
622 Διόμηδες , σὺ κτεῖνε Θρῄκιον λεών ,
623 ’μοὶ πάρες γε , σοὶ δὲ χρὴ πώλους μέλειν .
Διομήδης
624 ἐγὼ φονεύσω , πωλοδαμνήσεις δὲ σύ ·
625 τρίβων γὰρ εἶ τὰ κομψὰ καὶ νοεῖν σοφός .
626 χρὴ δ’ ἄνδρα τάσσειν οὗ μάλιστ’ ἂν ὠφελοῖ .
Ἀθήνα
627 καὶ μὴν καθ’ ἡμᾶς τόνδ’ Ἀλέξανδρον βλέπω
628 στείχοντα , φυλάκων ἔκ τινος πεπυσμένον
629 δόξας ἀσήμους πολεμίων μεμβλωκότων .
Διομήδης
630 πότερα σὺν ἄλλοις μόνος πορεύεται ;