Ἕκτωρ
877 λάζυσθ’ · ἄγοντες { δ’ } αὐτὸν ἐς δόμους ἐμούς ,
878 οὕτως ὅπως ἂν μὴ ’γκαλῇ πορσύνετε ·
879 ὑμᾶς δ’ ἰόντας τοῖσιν ἐν τείχει χρεὼν
880 Πριάμῳ τε καὶ γέρουσι σημῆναι νεκροὺς
881 θάπτειν κελεύθου λεωφόρου πρὸς ἐκτροπάς .
Χορός
882 τί ποτ’ εὐτυχίας ἐκ τῆς μεγάλης
883 Τροίαν ἀνάγει πάλιν ἐς πένθη
884 δαίμων ἄλλος , τί φυτεύων ;
885 ἔα ἔα . [ . ]
886 τίς ὑπὲρ κεφαλῆς θεός , βασιλεῦ ,
887 τὸν νεόκμητον νεκρὸν ἐν χειροῖν
888 φοράδην πέμπει ;
889 ταρβῶ , λεύσσων τόδε , πῆμα .
Μοῦσα
890 ὁρᾶν πάρεστι , Τρῶες · γὰρ ἐν σοφοῖς
891 τιμὰς ἔχουσα Μοῦσα συγγόνων μία
892 πάρειμι , παῖδα τόνδ’ ὁρῶσ’ οἰκτρῶς φίλον
893 θανόνθ’ ὑπ’ ἐχθρῶν · ὅν ποθ’ κτείνας χρόνῳ
894 δόλιος Ὀδυσσεὺς ἀξίαν τείσει δίκην .
895 ἰαλέμῳ αὐθιγενεῖ ,
896 τέκνον , σ’ ὀλοφύρομαι ,
897 ματρὸς ἄλγος , οἵαν
898 ἔκελσας ὁδὸν ποτὶ Τροίαν ·
899 δυσδαίμονα καὶ μελέαν ,
900 ἀπομεμφομένας ἐμοῦ πορευθείς ,
901 ἀπὸ δ’ ἀντομένου πατρὸς βιαίως .
902 ὤμοι ἐγὼ σέθεν , φιλία
903 φιλία κεφαλά , τέκνον , ὤμοι .