Βουκόλος
260 ἐπεὶ τὸν ἐσρέοντα διὰ Συμπληγάδων
261 βοῦς ὑλοφορβοὺς πόντον εἰσεβάλλομεν ,
262 ἦν τις διαρρὼξ κυμάτων πολλῷ σάλῳ
263 κοιλωπὸς ἀγμός , πορφυρευτικαὶ στέγαι .
264 ἐνταῦθα δισσοὺς εἶδέ τις νεανίας
265 βουφορβὸς ἡμῶν , κἀπεχώρησεν πάλιν
266 ἄκροισι δακτύλοισι πορθμεύων ἴχνος .
267 ἔλεξε δ’ · Οὐχ ὁρᾶτε ; δαίμονές τινες
268 θάσσουσιν οἵδε . θεοσεβὴς δ’ ἡμῶν τις ὢν
269 ἀνέσχε χεῖρα καὶ προσηύξατ’ εἰσιδών ·
270 ποντίας παῖ Λευκοθέας , νεῶν φύλαξ ,
271 δέσποτα Παλαῖμον , ἵλεως ἡμῖν γενοῦ ,
272 εἴτ’ οὖν ἐπ’ ἀκταῖς θάσσετον Διοσκόρω ,
273 Νηρέως ἀγάλμαθ’ , ὃς τὸν εὐγενῆ
274 ἔτικτε πεντήκοντα Νηρῄδων χορόν .
275 ἄλλος δέ τις μάταιος , ἀνομίᾳ θρασύς ,
276 ἐγέλασεν εὐχαῖς , ναυτίλους δ’ ἐφθαρμένους
277 θάσσειν φάραγγ’ ἔφασκε τοῦ νόμου φόβῳ ,
278 κλύοντας ὡς θύοιμεν ἐνθάδε ξένους .
279 ἔδοξε δ’ ἡμῶν εὖ λέγειν τοῖς πλείοσι ,
280 θηρᾶν τε τῇ θεῷ σφάγια τἀπιχώρια .
281 κἀν τῷδε πέτραν ἅτερος λιπὼν ξένοιν
282 ἔστη κάρα τε διετίναξ’ ἄνω κάτω
283 κἀπεστέναξεν ὠλένας τρέμων ἄκρας ,
284 μανίαις ἀλαίνων , καὶ βοᾷ κυναγὸς ὥς ·
285 Πυλάδη , δέδορκας τήνδε ; τήνδε δ’ οὐχ ὁρᾷς
286 Ἅιδου δράκαιναν , ὥς με βούλεται κτανεῖν
287 δειναῖς ἐχίδναις εἰς ἔμ’ ἐστομωμένη ;
288 δ’ ἐκ χιτώνων πῦρ πνέουσα καὶ φόνον
289 πτεροῖς ἐρέσσει , μητέρ’ ἀγκάλαις ἐμὴν
290 ἔχουσα πέτρινον ὄχθον , ὡς ἐπεμβάλῃ .
291 οἴμοι , κτενεῖ με · ποῖ φύγω ;
παρῆν δ’ ὁρᾶν
292 οὐ ταῦτα μορφῆς σχήματ’ , ἀλλ’ ἠλλάσσετο
293 φθογγάς τε μόσχων καὶ κυνῶν ὑλάγματα ,
294 { ἃς φᾶσ’ } Ἐρινῦς ἱέναι μιμήματα .
295 ἡμεῖς δὲ συσταλέντες , ὡς θαμβούμενοι ,
296 σιγῇ καθήμεθ’ · δὲ χερὶ σπάσας ξίφος ,
297 μόσχους ὀρούσας ἐς μέσας λέων ὅπως ,
298 παίει σιδήρῳ λαγόνας ἐς πλευράς θ’ ἱείς ,
299 δοκῶν Ἐρινῦς θεὰς ἀμύνεσθαι τάδε ,
300 ὡς αἱματηρὸν πέλαγος ἐξανθεῖν ἁλός .
301 κἀν τῷδε πᾶς τις , ὡς ὁρᾷ βουφόρβια
302 πίπτοντα καὶ πορθούμεν’ , ἐξωπλίζετο ,
303 κόχλους τε φυσῶν συλλέγων τ’ ἐγχωρίους ·
304 πρὸς εὐτραφεῖς γὰρ καὶ νεανίας ξένους
305 φαύλους μάχεσθαι βουκόλους ἡγούμεθα .
306 πολλοὶ δ’ ἐπληρώθημεν ἐν μακρῷ χρόνῳ .
307 πίπτει δὲ μανίας πίτυλον ξένος μεθείς ,
308 στάζων ἀφρῷ γένειον · ὡς δ’ ἐσείδομεν
309 προύργου πεσόντα , πᾶς ἀνὴρ ἔσχεν πόνον
310 βάλλων ἀράσσων . ἅτερος δὲ τοῖν ξένοιν
311 ἀφρόν τ’ ἀπέψη σώματός τ’ ἐτημέλει
312 πέπλων τε προυκάλυπτεν εὐπήνους ὑφάς ,
313 καραδοκῶν μὲν τἀπιόντα τραύματα ,
314 φίλον δὲ θεραπείαισιν ἄνδρ’ εὐεργετῶν .
315 ἔμφρων δ’ ἀνᾴξας ξένος πεσήματος
316 ἔγνω κλύδωνα πολεμίων προσκείμενον
317 καὶ τὴν παροῦσαν συμφορὰν αὐτοῖν πέλας ,
318 ᾤμωξέ θ’ · ἡμεῖς δ’ οὐκ ἀνίεμεν πέτροις
319 βάλλοντες , ἄλλος ἄλλοθεν προσκείμενοι .
320 οὗ δὴ τὸ δεινὸν παρακέλευσμ’ ἠκούσαμεν ·
321 Πυλάδη , θανούμεθ’ , ἀλλ’ ὅπως θανούμεθα
322 κάλλισθ’ · ἕπου μοι , φάσγανον σπάσας χερί .
323 ὡς δ’ εἴδομεν δίπαλτα πολεμίων ξίφη ,
324 φυγῇ λεπαίας ἐξεπίμπλαμεν νάπας .
325 ἀλλ’ , εἰ φύγοι τις , ἅτεροι προσκείμενοι
326 ἔβαλλον αὐτούς · εἰ δὲ τούσδ’ ὠσαίατο ,
327 αὖθις τὸ νῦν ὑπεῖκον ἤρασσεν πέτροις .
328 ἀλλ’ ἦν ἄπιστον · μυρίων γὰρ ἐκ χερῶν
329 οὐδεὶς τὰ τῆς θεοῦ θύματ’ εὐτύχει βαλών .
330 μόλις δέ νιν τόλμῃ μὲν οὐ χειρούμεθα ,
331 κύκλῳ δὲ περιβαλόντες ἐξεκλέψαμεν
332 πέτροισι χειρῶν φάσγαν’ , ἐς δὲ γῆν γόνυ
333 καμάτῳ καθεῖσαν . πρὸς δ’ ἄνακτα τῆσδε γῆς
334 κομίζομέν νιν . δ’ ἐσιδὼν ὅσον τάχος
335 ἐς χέρνιβάς τε καὶ σφαγεῖ’ ἔπεμπέ σοι .
336 ηὔχου δὲ τοιάδ’ , νεᾶνί , σοι ξένων
337 σφάγια παρεῖναι · κἂν ἀναλίσκῃς ξένους
338 τοιούσδε , τὸν σὸν Ἑλλὰς ἀποτείσει φόνον
339 δίκας τίνουσα τῆς ἐν Αὐλίδι σφαγῆς .