Ἰφιγένεια
578 ἀκούσατ’ · ἐς γὰρ δή τιν’ ἥκομεν λόγον ,
579 ὑμῖν τ’ ὄνησιν , ξένοι , σπουδῆς ἅμα
580 κἀμοί . τὸ δ’ εὖ μάλιστά γ’ οὕτω γίγνεται ,
581 εἰ πᾶσι ταὐτὸν πρᾶγμ’ ἀρεσκόντως ἔχει .
582 θέλοις ἄν , εἰ σῴσαιμί σ’ , ἀγγεῖλαί τί μοι
583 πρὸς Ἄργος ἐλθὼν τοῖς ἐμοῖς ἐκεῖ φίλοις ,
584 δέλτον τ’ ἐνεγκεῖν , ἥν τις οἰκτίρας ἐμὲ
585 ἔγραψεν αἰχμάλωτος , οὐχὶ τὴν ἐμὴν
586 φονέα νομίζων χεῖρα , τοῦ νόμου δ’ ὕπο
587 θνῄσκειν τὰ τῆς θεοῦ , τάδε δίκαι’ ἡγουμένης ;
588 οὐδένα γὰρ εἶχον ὅστις ἀγγείλαι μολὼν
589 ἐς Ἄργος αὖθις , τάς { τ’ } ἐμὰς ἐπιστολὰς
590 πέμψειε σωθεὶς τῶν ἐμῶν φίλων τινί .
591 σὺ δ’ εἶ γάρ , ὡς ἔοικας , οὔτε δυσμενὴς
592 καὶ τὰς Μυκήνας οἶσθα χοὓς κἀγὼ θέλω
593 σώθητι , καὶ σὺ μισθὸν οὐκ αἰσχρὸν λαβών ,
594 κούφων ἕκατι γραμμάτων σωτηρίαν .
595 οὗτος δ’ , ἐπείπερ πόλις ἀναγκάζει τάδε ,
596 θεᾷ γενέσθω θῦμα χωρισθεὶς σέθεν .