Χορός
651 σχέτλιοι πομπαί .
652 φεῦ φεῦ , διόλλυσαι .
653 αἰαῖ αἰαῖ . πότερος μᾶλλον ;
655 ἔτι γὰρ ἀμφίλογα δίδυμα μέμονε φρήν ,
656 σὲ πάρος σὲ ἀναστενάξω γόοις .
Ὀρέστης
658 Πυλάδη , πέπονθας ταὐτὸ πρὸς θεῶν ἐμοί ;
Πυλάδης
659 οὐκ οἶδ’ · ἐρωτᾷς οὐ λέγειν ἔχοντά με .
Ὀρέστης
660 τίς ἐστὶν νεᾶνις ; ὡς Ἑλληνικῶς
661 ἀνήρεθ’ ἡμᾶς τούς τ’ ἐν Ἰλίῳ πόνους
662 νόστον τ’ Ἀχαιῶν τόν τ’ ἐν οἰωνοῖς σοφὸν
663 Κάλχαντ’ Ἀχιλλέως τ’ ὄνομα , καὶ τὸν ἄθλιον
664 Ἀγαμέμνον’ ὡς ᾤκτιρ’ ἀνηρώτα τέ με
665 γυναῖκα παῖδάς τε . ἔστιν ξένη γένος
666 ἐκεῖθεν Ἀργεία τις · οὐ γὰρ ἄν ποτε
667 δέλτον τ’ ἔπεμπε καὶ τάδ’ ἐξεμάνθανεν ,
668 ὡς κοινὰ πράσσουσ’ , Ἄργος εἰ πράσσει καλῶς .
Πυλάδης
669 ἔφθης με μικρόν · ταὐτὰ δὲ φθάσας λέγεις ,
670 πλὴν ἕν · τὰ γὰρ τῶν βασιλέων παθήματα
671 ἴσασι πάντες , ὧν ἐπιστροφή τις ἦν .
672 ἀτὰρ διῆλθον χἅτερον λόγον τινά .
Ὀρέστης
673 τίν’ ; ἐς τὸ κοινὸν δοὺς ἄμεινον ἂν μάθοις .