Ὀρέστης
850 γένει μὲν εὐτυχοῦμεν , ἐς δὲ συμφοράς ,
851 σύγγον’ , ἡμῶν δυστυχὴς ἔφυ βίος .
Ἰφιγένεια
852 ἐγᾦδ’ μέλεος , οἶδ’ , ὅτε φάσγανον
854 δέρᾳ θῆκέ μοι μελεόφρων πατήρ .
Ὀρέστης
855 οἴμοι . δοκῶ γὰρ οὐ παρών σ’ ὁρᾶν ἐκεῖ .
Ἰφιγένεια
856 ἀνυμέναιος , { } σύγγον’ , Ἀχιλλέως
857 ἐς κλισίαν λέκτρων
859 δολίαν ὅτ’ ἀγόμαν ·
860 παρὰ δὲ βωμὸν ἦν δάκρυα καὶ γόοι .
861 φεῦ φεῦ χερνίβων { τῶν } ἐκεῖ .
Ὀρέστης
862 ᾤμωξα κἀγὼ τόλμαν ἣν ἔτλη πατήρ .
Ἰφιγένεια
864 ἀπάτορ’ ἀπάτορα πότμον ἔλαχον .
865 ἄλλα δ’ ἐξ ἄλλων κυρεῖ
867 δαίμονος τύχᾳ τινός .
Ὀρέστης
866 εἰ σόν γ’ ἀδελφόν , τάλαιν’ , ἀπώλεσας .