Ἰφιγένεια
868 μελέα δεινᾶς τόλμας . δείν’ ἔτλαν
870 δείν’ ἔτλαν , ὤμοι σύγγονε . παρὰ δ’ ὀλίγον
871 ἀπέφυγες ὄλεθρον ἀνόσιον ἐξ ἐμᾶν
872 δαϊχθεὶς χερῶν .
873 δ’ ἐπ’ αὐτοῖσι τίς τελευτά ;
874 τίς τύχα μοι συγχωρήσει ;
875 τίνα σοι πόρον εὑρομένα
878 πάλιν ἀπὸ πόλεως , ἀπὸ φόνου πέμψω
879 πατρίδ’ ἐς Ἀργείαν ,
880 πρὶν ἐπὶ ξίφος αἵματι σῷ πελάσαι ;
881 τόδε τόδε σόν , μελέα ψυχά ,
882 χρέος ἀνευρίσκειν .
884 πότερον κατὰ χέρσον , οὐχὶ ναΐ ;
885 ἀλλὰ ποδῶν ῥιπᾷ
886 θανάτῳ πελάσεις ἄρα βάρβαρα φῦλα
887 καὶ δι’ ὁδοὺς ἀνόδους στείχων · διὰ κυανέας μὴν
890 στενοπόρου πέτρας μακρὰ κέλευθα ναΐοισιν
891 δρασμοῖς .
894 τάλαινα , τάλαινα .
895 τίς ἂν οὖν τάδ’ ἂν θεὸς βροτὸς
896 τί τῶν ἀδοκήτων ,
897 πόρον ἄπορον ἐξανύσας , δυοῖν
898 τοῖν μόνοιν Ἀτρείδαιν { φαίνοι }
899 κακῶν ἔκλυσιν ; [ ... ]
Χορός
900 ἐν τοῖσι θαυμαστοῖσι καὶ μύθων πέρα
901 τάδ’ εἶδον αὐτὴ κοὐ κλύουσ’ ἀπαγγελῶ .