Πυλάδης
902 τὸ μὲν φίλους ἐλθόντας εἰς ὄψιν φίλων ,
903 Ὀρέστα , χειρῶν περιβολὰς εἰκὸς λαβεῖν ·
904 λήξαντα δ’ οἴκτων κἀπ’ ἐκεῖν’ ἐλθεῖν χρεών ,
905 ὅπως τὸ κλεινὸν ὄνομα τῆς σωτηρίας
906 λαβόντες ἐκ γῆς βησόμεσθα βαρβάρου .
907 σοφῶν γὰρ ἀνδρῶν ταῦτα , μὴ ’κβάντας τύχης ,
908 καιρὸν λαβόντας , ἡδονὰς ἄλλας λαβεῖν .
Ὀρέστης
909 καλῶς ἔλεξας · τῇ τύχῃ δ’ οἶμαι μέλειν
910 τοῦδε ξὺν ἡμῖν · ἢν δέ τις πρόθυμος ,
911 σθένειν τὸ θεῖον μᾶλλον εἰκότως ἔχει .
Ἰφιγένεια
912 μηδέν μ’ ἐπίσχῃ γ’ · οὐδ’ ἀποστήσει λόγου ,
913 πρῶτον πυθέσθαι τίνα ποτ’ Ἠλέκτρα πότμον
914 εἴληχε βιότου · φίλα γὰρ ἔστε πάντ’ ἐμοί .
Ὀρέστης
915 τῷδε ξυνοικεῖ βίον ἔχουσ’ εὐδαίμονα .
Ἰφιγένεια
916 οὗτος δὲ ποδαπὸς καὶ τίνος πέφυκε παῖς ;
Ὀρέστης
917 Στρόφιος Φωκεὺς τοῦδε κλῄζεται πατήρ .
Ἰφιγένεια
918 δ’ ἐστί γ’ Ἀτρέως θυγατρός , ὁμογενὴς ἐμός ;
Ὀρέστης
919 ἀνεψιός γε , μόνος ἐμοὶ σαφὴς φίλος .
Ἰφιγένεια
920 οὐκ ἦν τόθ’ οὗτος ὅτε πατὴρ ἔκτεινέ με .
Ὀρέστης
921 οὐκ ἦν · χρόνον γὰρ Στρόφιος ἦν ἄπαις τινά .
Ἰφιγένεια
922 χαῖρ’ πόσις μοι τῆς ἐμῆς ὁμοσπόρου .
Ὀρέστης
923 κἀμός γε σωτήρ , οὐχὶ συγγενὴς μόνον .