Χορός
987 δεινή τις ὀργὴ δαιμόνων ἐπέζεσε
988 τὸ Ταντάλειον σπέρμα διὰ πόνων τ’ ἄγει .
Ἰφιγένεια
989 τὸ μὲν πρόθυμον , πρίν σε δεῦρ’ ἐλθεῖν , ἔχω
990 Ἄργει γενέσθαι καὶ σέ , σύγγον’ , εἰσιδεῖν .
991 θέλω δ’ ἅπερ σύ , σέ τε μεταστῆσαι πόνων
992 νοσοῦντά τ’ οἶκον , οὐχὶ τῷ κτανόντι με
993 θυμουμένη , πατρῷον ὀρθῶσαι · θέλω ·
994 σφαγῆς τε γὰρ σῆς χεῖρ’ ἀπαλλάξαιμεν ἂν
995 σῴσαιμί τ’ οἴκους . τὴν θεὸν δ’ ὅπως λάθω
996 δέδοικα καὶ τύραννον , ἡνίκ’ ἂν κενὰς
997 κρηπῖδας εὕρῃ λαΐνας ἀγάλματος .
998 πῶς δ’ οὐ θανοῦμαι ; τίς δ’ ἔνεστί μοι λόγος ;
999 ἀλλ’ , εἰ μὲν ἕν τι τοῦθ’ ὁμοῦ γενήσεται ,
1000 ἄγαλμά τ’ οἴσεις κἄμ’ ἐπ’ εὐπρύμνου νεὼς
1001 ἄξεις , τὸ κινδύνευμα γίγνεται καλόν ·
1002 τούτου δὲ χωρισθεῖσ’ ἐγὼ μὲν ὄλλυμαι ,
1003 σὺ δ’ ἂν τὸ σαυτοῦ θέμενος εὖ νόστου τύχοις .
1004 οὐ μήν τι φεύγω γ’ , οὐδέ σ’ εἰ θανεῖν χρεὼν
1005 σῴσασαν · οὐ γὰρ ἀλλ’ ἀνὴρ μὲν ἐκ δόμων
1006 θανὼν ποθεινός , τὰ δὲ γυναικὸς ἀσθενῆ .