Ὀρέστης
1007 οὐκ ἂν γενοίμην σοῦ τε καὶ μητρὸς φονεύς ·
1008 ἅλις τὸ κείνης αἷμα · κοινόφρων δὲ σοὶ
1009 καὶ ζῆν θέλοιμ’ ἂν καὶ θανὼν λαχεῖν ἴσον .
1010 ἄξω δέ γ’ , ἤνπερ καὐτὸς ἐνταυθοῖ περῶ ,
1011 πρὸς οἶκον , σοῦ κατθανὼν μενῶ μέτα .
1012 γνώμης δ’ ἄκουσον · εἰ πρόσαντες ἦν τόδε
1013 Ἀρτέμιδι , πῶς ἂν Λοξίας ἐθέσπισε
1014 κομίσαι μ’ ἄγαλμα θεᾶς πόλισμ’ ἐς Παλλάδος
{ [ ... ] }
1015 καὶ σὸν πρόσωπον εἰσιδεῖν ; ἅπαντα γὰρ
1016 συνθεὶς τάδ’ εἰς ἓν νόστον ἐλπίζω λαβεῖν .
Ἰφιγένεια
1017 πῶς οὖν γένοιτ’ ἂν ὥστε μήθ’ ἡμᾶς θανεῖν ,
1018 λαβεῖν θ’ βουλόμεσθα ; τῇδε γὰρ νοσεῖ
1019 νόστος πρὸς οἴκους · δὲ βούλησις πάρα .
Ὀρέστης
1020 ἆρ’ ἂν τύραννον διολέσαι δυναίμεθ’ ἄν ;
Ἰφιγένεια
1021 δεινὸν τόδ’ εἶπας , ξενοφονεῖν ἐπήλυδας .
Ὀρέστης
1022 ἀλλ’ , εἰ σὲ σώσει κἀμέ , κινδυνευτέον .
Ἰφιγένεια
1023 οὐκ ἂν δυναίμην · τὸ δὲ πρόθυμον ᾔνεσα .
Ὀρέστης
1024 τί δ’ , εἴ με ναῷ τῷδε κρύψειας λάθρα ;
Ἰφιγένεια
1025 ὡς δὴ σκότον λαβόντες ἐκσωθεῖμεν ἄν ;
Ὀρέστης
1026 κλεπτῶν γὰρ νύξ , τῆς δ’ ἀληθείας τὸ φῶς .