Ταλθύβιος
235 Ἑκάβη , πυκνὰς γὰρ οἶσθά μ’ ἐς Τροίαν ὁδοὺς
236 ἐλθόντα κήρυκ’ ἐξ Ἀχαιικοῦ στρατοῦ ,
237 ἐγνωσμένος δὲ καὶ πάροιθέ σοι , γύναι ,
238 Ταλθύβιος ἥκω καινὸν ἀγγελῶν λόγον . [ ... ]
Ἑκάβη
239 { αἰαῖ , } τόδε
τόδε , φίλαι Τρῳάδες , φόβος ἦν πάλαι .
Ταλθύβιος
240 ἤδη κεκλήρωσθ’ , εἰ τόδ’ ἦν ὑμῖν φόβος .
Ἑκάβη
241 αἰαῖ , τίν’
Θεσσαλίας πόλιν
242 Φθιάδος εἶπας Καδμείας χθονός ;
Ταλθύβιος
243 κατ’ ἄνδρ’ ἑκάστη κοὐχ ὁμοῦ λελόγχατε .
Ἑκάβη
244 τίν’ ἄρα τίς ἔλαχε ; τίνα πότμος εὐτυχὴς
245 Ἰλιάδων μένει ;
Ταλθύβιος
246 οἶδ’ · ἀλλ’ ἕκαστα πυνθάνου , μὴ πάνθ’ ὁμοῦ .
Ἑκάβη
247 τοὐμὸν τίς ἆρ’
248 ἔλαχε τέκος , ἔνεπε , τλάμονα Κασάνδραν ;
Ταλθύβιος
249 ἐξαίρετόν νιν ἔλαβεν Ἀγαμέμνων ἄναξ .
Ἑκάβη
250 τᾷ Λακεδαιμονίᾳ νύμφᾳ
251 δούλαν ; ἰώ μοί μοι .
Ταλθύβιος
252 οὔκ , ἀλλὰ λέκτρων σκότια νυμφευτήρια .
Ἑκάβη
253 τὰν τοῦ Φοίβου παρθένον , γέρας
254 χρυσοκόμας ἔδωκ’ ἄλεκτρον ζόαν ;
Ταλθύβιος
255 ἔρως ἐτόξευσ’ αὐτὸν ἐνθέου κόρης .
Ἑκάβη
256 ῥῖπτε , τέκνον , ζαθέους κλῇδας
257 καὶ ἀπὸ χροὸς ἐνδυτῶν
258 στεφέων ἱεροὺς στολμούς .
Ταλθύβιος
259 οὐ γὰρ μέγ’ αὐτῇ βασιλικῶν λέκτρων τυχεῖν ;