Ἑκάβη
260 τί δ’ νεοχμὸν ἀπ’ ἐμέθεν ἐλάβετε τέκος , ποῦ μοι ;
Ταλθύβιος
262 Πολυξένην ἔλεξας , τίν’ ἱστορεῖς ;
Ἑκάβη
263 ταύταν · τῷ πάλος ἔζευξεν ;
Ταλθύβιος
264 τύμβῳ τέτακται προσπολεῖν Ἀχιλλέως .
Ἑκάβη
265 ὤμοι ἐγώ · τάφῳ πρόσπολον ἐτεκόμαν .
266 ἀτὰρ τίς ὅδ’ νόμος τί
267 θέσμιον , φίλος , Ἑλλάνων ;
Ταλθύβιος
268 εὐδαιμόνιζε παῖδα σήν · ἔχει καλῶς .
Ἑκάβη
269 τί τόδ’ ἔλακες ; ἆρά μοι ἀέλιον λεύσσει ;
Ταλθύβιος
270 ἔχει πότμος νιν , ὥστ’ ἀπηλλάχθαι πόνων .
Ἑκάβη
271 τί δ’ τοῦ χαλκεομήστορος Ἕκτορος δάμαρ ,
272 Ἀνδρομάχα τάλαινα , τίν’ ἔχει τύχαν ;
Ταλθύβιος
273 καὶ τήνδ’ Ἀχιλλέως ἔλαβε παῖς ἐξαίρετον .
Ἑκάβη
274 ἐγὼ δὲ τῷ
275 πρόσπολος τριτοβάμονος χερὶ
276 δευομένα βάκτρου γεραιῷ κάρᾳ ;
Ταλθύβιος
277 Ἰθάκης Ὀδυσσεὺς ἔλαχ’ ἄναξ δούλην σ’ ἔχειν .